Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17/10/09

Ο μπλογκεράς κι η μπλογκερού


Μετά την εξαφάνιση παραδοσιακών επαγγελμάτων όπως ο μυλωνάς και η μυλωνού, τη θέση τους καταλαμβάνουν, συν τω χρόνω, νέες, πρωτότυπες ενασχολήσεις, όπως αυτή του μπλογκερά και της μπλογκερούς, μια ακόμα ένδειξη των ταχύτατων αλλαγών που συντελούνται αθόρυβα στην ελληνική κοινωνία, αλλοιώνοντας δραματικά τον παραδοσιακό χαρακτήρα της.

Ο μπλογκεράς κι η μπλογκερού είναι όντα μονήρη, καλωδιωμένα, αυτοαναφορικά, ημιμαθή, προοδευτικά, γλωσσομαθή, ευαίσθητα, με αυξημένη εκτίμηση στην κρίση τους και στις προσωπικές τους εμπειρίες, τις οποίες και επεξεργάζονται εξαντλητικά, προετοιμάζοντας το επόμενο post. Μπορεί να μην έχουν παντελόνι να φορέσουν, έχουν όμως πληκτρολόγιο. Και είναι φουλ από ιδέες.

Ο μπλογκεράς κι η μπλογκερού δεν έχουν πατέρα, μάνα, συγγενείς, φίλους, εραστές, με την έννοια ότι τα περισσότερα απ’ αυτά τα πρόσωπα τα υποκαθιστά θαυμάσια το ίδιο το blog και οι σχέσεις που αναπτύσσει ο ιδιοκτήτης με το συνάφι του.
Ως χαρακτηριστικό αυτής της περίπτωσης υποκατάστασης, μπορούμε να αναφέρουμε πρόχειρα το γεγονός ότι, όταν ο μπλογκεράς κι η μπλογκερού γιορτάζουν, δεν ενδιαφέρονται τόσο αν τους θυμήθηκε η ίδια τους η μάνα όσο το αν πέρασε να τους ευχηθεί ο talos ή ο kukuzelis, το λεγόμενο βαρύ πυροβολικό των blog, οι ευχές των οποίων προσδίδουν άλλη αίγλη στα σχόλια• εμπεδώνεται, έτσι, ο ιδιοκτήτης τους στο συλλογικό ασυνείδητο της μπλογκόσφαιρας ως «εκλεκτός» ή «κεχρισμένος» από την «παλιοσειρά», κάποιου τύπου πιστοποιητικό εγκυρότητας των γραφομένων του.

Είναι σαφές ότι ο μπλο κι η μπλου, έχουν ως αποκλειστική ενασχόληση την ανελέητη κριτική της επικαιρότητας, με ταυτόχρονο σχολιασμό του Παντός. Εστιάζουν κυρίως στο τηλεοπτικό ή ευρύτερα δημοσιογραφικό τοπίο, αλιεύοντας μαργαριτάρια δεξιά κι αριστερά, ενώ η εκκλησιαστική ιεραρχία και δευτερευόντως ο πολιτικός κόσμος δέχονται καθημερινά την διεισδυτική, ενδελεχή κριτική τους. Δεν τους ξεφεύγει ασχολίαστη, αποστροφή του αρχιεπισκόπου ή εκφραστικό ολίσθημα του πατρός Επιφάνειου.

Και ενώ ο καθημερινός άνθρωπος ζει τη ζωή του απλά, αγοράζει μια τυρόπιτα, διαβάζει μια εφημερίδα στο περίπτερο και χαζεύει τα φύλλα των δέντρων να πέφτουν, ο μπλο κι η μπλου καιροφυλακτούν, διαβλέποντας πίσω από κάθε ασήμαντο γεγονός ένα πιθανό post. Είναι, κατά μία έννοια, οι παπαράτσι του αοράτου*. Η παρατηρητικότητά τους οξύνεται σταθερά. Θα γράψω για τα φύλλα που πέφτουν, αναφωνεί ξαφνικά.(μέσα του)

Στήνεται αργότερα στην οθόνη και ξεκινά:
«Σήμερα χάζευα τα φύλλα να πέφτουν».

Δεν του αρέσει. Το ξαναγράφει με απλότητα και ζωντάνια:
«Τόσα φύλλα στη μέση του δρόμου, ρε γαμώτο. Το καλοκαίρι ξεψυχά!»

Δεν του αρέσει. Αλλάζει κατεύθυνση:
«Έξι μήνες είναι πια ο Κωστάκης μας στην εξουσία και τα φύλλα στους δρόμους δεν αξιώθηκε να τα μαζέψει. Η Ντόρα κοιτάζει πότε πότε από το παράθυρο ή κάθεται κλεισμένη στον πύργο της;»

Ούτε έτσι του αρέσει. Καταφεύγει στους Doors.

Summer almost gone
Summer almost gone
Where will we be
When the summer’s gone?

Αυτό είναι, λέει τελικά και το στέλνει με καμάρι. Ύστερα φυλάει καραούλι. "Λες να αρέσει;" αναρωτιέται, Περιμένει σαν ινδιάνος. Ανά τέταρτο ανοίγει και κοιτάει. Κάποια στιγμή βλέπει: Σχόλια 5. "Ω ρε μάνα μου, αρέσει!" σκέφτεται. Ύστερα μονολογεί: «γαμώτο», τα τρία είναι του ίδιου που τα θυμήθηκε ένα ένα, το άλλο είναι του κολλητού μου που πάντα με σχολιάζει. Σκατά. Τίποτα δεν έχω. Δεν αρέσει!".

Ύστερα τρέχει να δει τι γράψανε άλλοι μπλο και μπλου. Διαβάζει σε τίτλους:
Η Δόμνα Σαμίου και το τέλος του καλοκαιριού.
κι από κάτω: σχόλια 24.
«Ω ρε μάνα μου, τι γίνεται εδώ μέσα;» σκέφτεται πικραμένος, η.

Είναι απορίας άξιο πώς οι μπλο και μπλου βγάζουν το ψωμί τους, καθώς ζουν και αναπνέουν μόνο για να μελετούν τα blog των άλλων, να ακολουθούν τις παραπομπές τους, να εμβαθύνουν, να σχολιάζουν, να διαβάζουν απαντήσεις στα δικά τους σχόλια ή σε σχόλια τρίτων, που με τη σειρά τους σχολιάζουν άλλα σχόλια, άλλων μπλογκεράδων. Γενικά οι μπλο και μπλου σχολιάζουν ό,τι περάσει από τα μάτια τους γιατί στόχος τους είναι ακριβώς αυτό: να αυξηθεί ο όγκος της φλυαρίας στο δίκτυο.

Είναι σίγουρο ότι εργάζονται κάπου (ή είναι φοιτητές), αλλά αφενός βρίσκονται πάντα δίπλα σε ανοιχτό υπολογιστή ώστε να ελέγχουν ανά μισάωρο την ανταπόκριση και αφετέρου δεν φαίνεται να κατέχουν θέσεις υψηλής ευθύνης. Αν τύχει δε και απομακρυνθούν από την αγαπημένη τους οθόνη (λόγω μιας σύντομης εκδρομής πι χι), αναπτύσσουν έντονα στερητικά σύνδρομα. Περπατώντας στο βουνό και ενώ η παρέα ψάχνει για ταβέρνα με ξυλόσομπα, εκείνοι αναρωτιούνται μυστικά: «ο ήλιος πάει να δύσει, πόσα σχόλια να έχω άραγε;»

Υπάρχει και η κατηγορία του μπλογκερά-μέρμηγκα. (Μέχρι τώρα δεν έχει εμφανιστεί η κατηγορία μπλογκερού-μυρμήγκω.) Είναι ο ακούραστος χειρούργος του δικτύου, ο οποίος δουλεύει κυρίως με το ηλεκτρονικό τοπίο σε βαθμό εξαντλητικό. Ο αναγνώστης των blog αυτών καλείται να κατεβάσει ημερησίως ένα (διασκεδαστικό) MP3, να διαβάσει πέντε, δέκα, είκοσι, ξενόγλωσσα πολιτικά άρθρα για την πετρελαϊκή κρίση στην παγκόσμια αγορά, ή να φορτώσει ένα (διασκεδαστικό) παιχνίδι σε εννιά, μόλις, λεπτά. Ανοίγοντας τα σχόλια αυτών των blog, ενδέχεται να βρεθείς εν μέσω πυρών σχετικά με τη στάση των ελλήνων ιεραποστόλων στην Αφρική στο ύστερο Βυζάντιο- εννέα στις δέκα φορές καταλαμβάνεσαι από τον πανικό της αμάθειας.

Από εκεί και πέρα συναντά κανείς καταχωρίσεις υψηλής βιρτουοζιτέ. Ανακαλύπτουμε εδώ κι εκεί ανέκδοτες ποιητικές συλλογές ή συλλογές διηγημάτων (αλλά και νουβέλα, δοκίμιο, χρονογράφημα, ευθυμογράφημα), εκλαϊκευμένη φιλοσοφία, ψυχανάλυση για αρχαρίους, επιστημοσύνη, πολιτικό μανιφέστο, οικονομική ανάλυση και πολύ, πάρα πολύ linux. Υπερτερεί, σαφώς όμως, ο προσωπικός αναστοχασμός των πεπραγμένων της ζωής, ένα λεπτό άρωμα νοσταλγίας που επικάθεται πάνω στα post, μετατρέποντας το blog σε ένα σεντούκι με παλιές δαντέλες.

Τι τα θες, τι τα γυρεύεις. Ο μπλογκεράς κι η μπλογκερού, είναι κι αυτοί πλάσματα ευάλωτα, που αντί για πένα και στυπόχαρτο διαθέτουν έναν πιο σύγχρονο τρόπο να φωνάζουν καθημερινά πόσο πολύ θέλουν οι άλλοι να τους αγαπούν.

Και με αυτόν τον ωραίο συναισθηματικό τόνο, με αυτή την ξαφνική ανατροπή της διάθεσης, λέω να κλείσω την απεραντολογία μου περί μπλο και μπλου, αφού κι εγώ αποτελώ κομμάτι της ίδιας κουλτούρας, σάρκα από τη σάρκα της και δεν είναι ούτε ηθικά σωστό ούτε ωφέλιμο να παίρνω αποστάσεις.

Γι αυτό, υπομονετικέ αναγνώστη μου, και ως εξιλέωση, έγραψα ένα ποίημα που καταφεύγει σε κλασικές, μελό ευκολίες, ώστε να φανεί ξεκάθαρα πόσο ο ψύχραιμος συντάκτης του κειμένου που μόλις διάβασες, δεν είναι παρά ένα απλό, καθημερινό παιδί, γεμάτο κλισέ ευαισθησίες και πασέ στιχουργική. Κι έτσι φτάνουμε και πάλι στην ανάγκη μας για αγάπη, που λέγαμε, ας μη γινόμαστε κουραστικοί.

Ο μπλογκεράς κι η μπλογκερού
κάτι δραπέτες του εαυτού,
μες την οθόνη του μυαλού τους
γράφουν τραγούδια του καϋμού τους.

Ο μπλογκεράς κι η μπλογκερού
σκόνη και πάθος του ουρανού,
μικρό παιδί που χάθηκε
βαρκούλα που ξεχάστηκε

και πλέει μισοπέλαγα, δίχως κουπιά,
στα πέρατα
του κόσμου μας που γέρασε
ζωής που μας προσπέρασε.

Άντε. Τα μαντηλάκια σας, και για ύπνο τώρα, tough bloggers!

Διασκευή φράσης του Τζ.Μ.Κούτσι, από το βιβλίο του Ελίζαμπεθ Κοστέλο

9/10/09

Το χρώμα του φεγγαριού


– Τι χρώμα έχει η λύπη; Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά. Δεν άκουσες; Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη;
– Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγκαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλε.
– Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
– Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
– Τί χρώμα έχει η χαρά;
– Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.
– Και η μοναξιά;
– Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.
– Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.
– Το αστέρι έκλεισε τα μάτια του και ακούμπησε στο φράκτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.
– Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;
– …Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού, απάντησε το δέντρο.
– Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
– Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.
– Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε το αστέρι… Κοίταξε μακριά στο κενό… Και δάκρυσε …
Ζω…
– Δε φοβάσαι που θα πεθάνεις;
– Σήμερα πάντως ζω! Σου σφίγγω τα χέρια, σε κοιτάζω στα μάτια. Μην αφήνεις ποτέ σου το σήμερα να μαραίνεται. Μην αφήνεις τη ζωή να χάνεται σαν την άμμο μέσα από τα δάκτυλά σου. Ζήσε. Κατάλαβες; Ζήσε! Μη βάζεις το σήμερα ενέχυρο σ' αυτό που εννοούνε μερικοί μουχλιασμένο Αύριο. Το Σήμερα είναι δικό σου, φίλε. Αγάπησέ το!
Συγχωρώ!
– Δίνε το χέρι σου στον άλλο χωρίς να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει. Να πιεί μια γουλιά νερό. Σ' αυτό τον κόσμο, παλικάρι, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη στην απόγνωση. Κι εσύ, θα 'ρθουν φορές που θα τα κάνεις θάλασσα στη ζωή σου. Ε! Δε θα σημάνει ποτέ γι' αυτό το τέλος του κόσμου! Εγώ είμαι γέρος, κι ακόμα κάποιες φορές τα κάνω θάλασσα. Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Άντε στην υγειά σου!
Ελπίζω!
– Μην πικραίνεσαι, είπε. Και βούρκωσε. Είναι όμορφη η ζωή. Πίστεψε με. Αξίζει να τη ζει κανείς, έστω κι αν κάποτε γεμίζει πληγές. Σε νιώθω. Λες να μην τα ξέρω όλ' αυτά; Μα να θυμάσαι πάντα, φιλαράκο, πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Δε σταματάει πουθενά η ζωή. Μη σε μπερδέψουνε κάτι κακομοίρηδες, που σφίγγουν σαν το παραδοσάκουλο της ψυχής τους. Κι ο άνθρωπος σαν τα δέντρα είναι. Ανθίζει, κάνει καρπούς, μαδάει, και πάλι από την αρχή. Τώρα έχεις φουρτούνα εσύ, και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Φύλαξέ τα όμως στο μυαλό σου αυτά που ακούς. Δεν σου κάνω το δάσκαλο. Ένας γερο-ξεκούτης είμαι. Μα αυτά τα πράγματα έτσι γίνονται. Το ξέρω καλά. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Κανείς δεν μπορεί να σε κρατήσει.
Προχώρα όρθιος όμως. Έτσι;
– Αύριο θα 'ναι μια καινούρια μέρα, αγόρι μου. Πλύσου, χτενίσου, ψιθύρισε ένα τραγουδάκι και ξεκίνα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο να σου πω. Έζησα τόσα χρόνια σ' αυτή τη γη. Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου. Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι. Αξίζει να ζεις μέσα στη γυάλα, από φόβο μην πληγωθείς; Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα. Κι όταν τσακίζεσαι, να 'χεις το θάρρος να λες «Με γεια μου με χαρά μου». Φτου κι από την αρχή τώρα. Όχι κακομοιριές και κλαψούρες. Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν την ζεις. Όταν κυλιέσαι μαζί της. Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα. Κράτα της αναμνήσεις σου και προχώρα… Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ' αυτό το κόσμο. Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και γης. Άντε να πιούμε και το τελευταίο. Έχω να σηκωθώ νωρίς αύριο. Πρέπει να κλαδέψω τις τριανταφυλλιές. Αλλιώς, πώς θα θυμάμαι το χαμόγελο αυτηνής της κακούργας της Μελπομένης;
Ποιός είναι ο δυνατός;
– Ποιός είναι ο δυνατός; Ρώτησε ξαφνικά το δέντρο.
– Αυτός που περπατά μέσα στη νύχτα μόνος του. Κι όμως, φοβάται τόσο το σκοτάδι. Αυτός που περιμένει στην πλαγιά τους λύκους. Κι ας τρέμει σαν το λαγό ακούγοντας τα ουρλιαχτά τους. Αυτός που γλιστράει, που γονατίζει, που γεμίζει λάσπες. Που χώνεται στο θολό ποτάμι ως το λαιμό. Και μια στιγμή, μέσα στο χαλασμό, απλώνει τα παγωμένα χέρια του, κόβει κίτρινες μαργαρίτες και στολίζει τα μαλλιά του. Αυτός είναι ο δυνατός.
Ένα κουκούλι έπεσε κείνη την ώρα στο χώμα κι έσπασε. Μια πολύχρωμη πεταλούδα πήδηξε από μέσα. Ξεδίπλωσε τα φτερά της και πέταξε γύρω από τις μυρτιές. Ύστερα κοντοστάθηκε, κοίταξε μια στιγμή στα μάτια το Θεό, και ψιθύρισε:
– Γεια σου! Τι όμορφος που είναι ο κόσμος σου!
«Πρόσεξε μην ξεχάσεις ποτέ πως η ζωή αγαπά αυτούς που την περιμένουν στη γωνία του δρόμου μ' ένα λουλούδι στο χέρι. Μπορεί να γονατίζεις, να σέρνεσαι, να ματώνεις. Ωραία! Δε χάλασε ο κόσμος. Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους. Έχεις πάντα το καιρό να σηκωθείς. Τ' αγάλματα μόνο δε λυγάνε».
Ονειρεύονται… και ελπίζουν…
– Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή, είπε το δέντρο στ' αστέρι του.
– Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.
– Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.
– Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά, που είναι ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.
– Όμορφη βραδιά απόψε. Άκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!
Σε λίγο θα βγει ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα. Και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι. Και ονειρεύεται…
– Σε λίγο θα ξημερώσει… Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι. Και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι. Κι ονειρεύονται…

Ονειρεύονται και ελπίζουν…

Αλκυόνη Παπαδάκη

26/9/09

Άσπρο πουκάμισο φορώ


Μπαίνω στην είσοδο και καλώ το ασανσέρ...δίπλα υπάρχει ένα διαμέρισμα..
...Ισόγειο, γυναίκα μόνη, ετών γύρω στα 60, ας την βαφτίσω Χ.
Δεν έχει φίλους, δεν έχει αντρα,...Κανέναν δεν περιμένει, ούτε κανένας την περιμένει...
είναι η συνήθης περίπτωση των βραδυνών δελτίων ειδήσεων
"Οι γείτονες ειδοποίησαν την αστυνομία γιατί από το διάμερισμα της Χ.Χ. η μυρωδιά ήταν αφόρητη..."
Την Χ. την ένιωσα πολλές φορές, όσο περίμενα το ασανσέρ να κατέβει, να με κοιτά από το ματάκι της εξώπορτάς της...
Μπορώ να φανταστώ πώς είναι το σπίτι της..
Ένα μονό κρεβάτι, ένα τραπεζάκι και πάνω του ακουμπισμένο ένα αγαλματάκι της γυμνόστηθης γυναίκας της Κνωσσού, ενθύμιο από παλιά εκδρομή στην Κρήτη,...και ένας μεγάλος καθρέφτης...
Οπωσδήποτε ένας μεγάλος καθρέφτης…
Είναι η σχέση της αυτός ο καθρέφτης...
Δεν τον χρησιμοποιεί για να καλλωπιστεί...ούτε για ενδοσκόπηση...
Κοιτιέται το πρωί για να ολοκληρώσει μπροστά του την αδιέξοδη ονείρωξή της...
Πώς αλλιώς; ..Πρέπει με κάποιον τρόπο να διπλασιάσει το ένα που είναι αυτη χωρίς όμως να σκοντάψει σε εκπλήξεις νέων γνωριμιών...
Δεν έχει ιστορία η κύρια Χ. δεν παράγει γεγονότα και αυτή είναι η ιστορία της...

18/9/09

Έλα να καίμε από ζωή


Περάστε.
Είμαστε ανοιχτά.
Παρακαλώ;
Α, όχι, δεν αγοράζουμε συναισθήματα.
Πώλησις μόνο.
Μα πως, έχουμε περίσσευμα.
Πλεόνασμα, ακριβώς αυτό!
Οι οικονομικοί όροι, ξέρετε... δύσπεπτοι.
Δείτε! Μια ματιά στα ράφια...
Θυμός, οργή, φόβος, φθόνος,
αποδοκιμασία, αηδία, μίσος, α, όχι.
Μόνον αγάπη διαθέτει το κατάστημα.
Βεβαίως και για συνεστιάσεις, αστειεύεστε;
Παρακαλώ, ο κύριος;
Εύκαιρη αγάπη σε πακέτο, σαφώς.
Να σας πω πως μας συνέβη.
Μπουχτίσαμε ξέρετε. Ξεχείλισε η αγάπη.
Εγώ; Υπάλληλος, ναι.
Προσωπικό.
Εργάζομαι.
Επί προσωπικού.
Ιδέα της ιδιοκτήτριας.
Λογικόν! Σου λέει:
Έχω αγάπη, μα να την κάνω τι;
Να την δώσω που;
Δεν υπάρχει κανείς. Λοιπόν;
Να την χωνέψω, να την εξατμίσω, να την εξαφανίσω;
Να την πουλήσω.
Την θέλει κάποιος;
Η κυρία; Πάρτε, δοκιμάστε.
Δείγματα δωρεάν, όχι.
Ούτε παράδοση κατ' οίκον.
Ναι, είμαστε εκτός κέντρου επίτηδες.
Όρος.
Και Όρος.
Να το(ν) σκαρφαλώσετε.
Να κοπιάσετε για να την αποκτήσετε.
Να περπατήσετε.
Όχι, δεν έχουμε ζύγι, υπολογίζουμε με το μάτι.
Ορίστε; Αν στοιχίζει πολύ;
Μα η αγάπη πληρώνεται πάντα.
Ακριβοπληρώνεται.
Μετρητοίς βέβαια, μόνο.
Κι αν δεν είστε άξιός της,
δεν δεχόμαστε επιστροφές.
Πως; Εμπορευματοποίηση;
Σκοπιμότητες και συμφέροντα;
Τι μας λέτε!
Η μεγαλύτερη υποκρισία στην αγάπη κύριε,
είναι η δήθεν ανιδιοτέλεια.
Ο επόμενος παρακαλώ;

Οι λέξεις φταίνε…
Αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα
ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν

(Κ.Δημουλά)

Ποταμώ γαρ, ουκ έστιν εμβήναι δις τω αυτώ
Ποτέ δεν κολυμπάμε στο ίδιο ποτάμι δεύτερη φορά

Ηράκλειτος

Ώρες-ώρες σκέφτομαι,
αν είχα μόνο μια βραδιά μαζί σου
δεν ξέρω αν θα 'θελα περισσότερο
να σε ακούω να μου μιλάς
ή να σε νιώθω να τρέμεις από κάτω μου,
αψέντι μου...