30/12/09

Στολίσαμε το δεντράκι μας...



Στολίσαμε το δεντράκι μας απόψε. Από αύριο θα κρεμάσουμε και τα δωράκια μας...

Έκπληξη!

24/12/09

ΤΑΣ ΗΔΟΝΑΣ ΘΗΡΕΥΕ



Ξαπλωμένη στο κρεβάτι, εμπύρετη θυμάμαι τη γιαγιά μου να μπαίνει στο δωμάτιο για να ελέγξει το θερμόμετρο το οποίο ένας θεός ξέρει που είχε καταλήξει ανάμεσα στα σκεπάσματα από την ώρα που παραδόθηκα στις αγαπημένες θωπείες του σώματος.
Ασυνείδητα κάθε φορά που ξάπλωνα άρχιζα τα χάδια. Αυτή τη φορά ο καυτός πυρετός δημιουργούσε μια επί πλέον μέθη κι έτσι όταν μπήκε η γιαγιά με είδε να κινούμαι με ένταση πάνω στο κρεβάτι και να ανασαίνω βαριά.

Μάλλον τρόμαξε, μπορεί να σκέφτηκε ότι ήταν μία περίεργη εκδήλωση της ασθένειας, πάντως όπως κάνουμε συνήθως όταν κάτι μας τρομάζει, έβαλε τις φωνές με ξεσκέπασε και άρχισε να ψάχνει με μανία το θερμόμετρο. Ήταν η πρώτη φορά που μία τέτοια αντάρα ήρθε να διακόψει την ηδονή της παιδικής ηλικίας, το πρώτο ασυνείδητο παιχνίδι των χαδιών. Και σαν να μην έφτανε αυτό η γιαγιά αφού δεν έβρισκε ακόμη το θερμόμετρο αυθόρμητα δαιμονοποίησε την πράξη και μέσα στην αγωνία της περιέγραψε μία ενδεχόμενη τιμωρία που υπήρξε απόλυτα καθοριστική για την μετέπειτα σχέση μου με τα τα χάδια.

«Τι έκανες εκεί; Τι κάνεις εκεί;» ούρλιαξε γιατί εγώ δεν έβγαζα το χέρι ανάμεσα από τα πόδια μου.

«Πιπάκι!» ομολόγησα περήφανα αφού ήταν το αγαπημένο μου παιχνίδι και κανείς δεν του είχε δώσει όνομα.

«Πιπάκι!» ξαναείπα χαμογελαστά και μου φυγε μια μεγάλη ανάσα ανακούφισης.

«Τι είναι αυτό;» ούρλιαξε η γιαγιά -άγνωστη λέξη για παιδικό παιχνίδι-

«Και που είναι το θερμόμετρο;»

Η αλήθεια είναι ότι είχα ξεχάσει το θερμόμετρο και τώρα που άρχισα να συνέρχομαι από την έκσταση θυμήθηκα ότι μου είχε βάλει θερμόμετρο μόλις 5 λεπτά πριν και άρχισα να το ψάχνω μαζί της. Αλλά το θερμόμετρο πουθενά. Άρχισε λοιπόν η αφήγηση της γιαγιάς ανάμεσα στις έντονες κινήσεις που ανακάτευε τα σεντόνια μου περιεγραψε με επιστημονική ακρίβεια ότι το θερμόμετρο έχει μέσα ένα υγρό που το λένε υδράργυρο και είναι κόκκινο και αν σπάσει αυτό το υγρό θα απλωθεί πάνω στο σώμα μου και θα με κάψει!

Όταν επιτέλους βρέθηκε το θερμόμετρο το κοίταξα με φόβο και άρχισα να φαντάζομαι με τρόμο τις υπερφυσικές του ικανότητες. Εκεί αμέσως πήρα μια πολύ σημαντική απόφαση. Ποτέ ξανά χάδια στο κρεβάτι ξαπλωμένη. Δεν ξέρεις ποτέ αν ένας μεγάλος εκεί που κοιμάσαι σου έχει βάλει θερμόμετρο και τι μπορεί να συμβεί αν σπάσει. Οπότε από εδώ και μπρος χάδια όρθια!. Δεν υπήρχε περίπτωση να σκεφτώ να σταματήσω τα χάδια απλά να αποφύγω το θερμόμετρο ήθελα.



Της Λουκίας Ρικάκη

13/12/09

Βράδυα ποίησης

Βαρετή χειμωνιάτικη βραδυά.

Βαρετή χειμωνιάτικη Κυριακή.

Βαρετά τηλεοπτικά προγράμματα.

Βράδυα για ποίηση.



Οι «Μονόλογοι του Αντωνάκη», τα αθυρόστομα στιχουργήματα που εγραψε περί το 1934 ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κεντρικός ήρωας και στόχος της σάτιρας είναι ο Αντωνάκης, ανώτατος δικαστικός τον οποίο αντιπαθούσε σφόδρα ο ποιητής.

Προηγείται επιστολή την οποία υποτίθεται ότι υπογράφει ο Αντωνάκης, ως Αντωνία Α.Π., αδελφή, και με την οποία υποτίθεται ότι ζητάει από τον πρόεδρο των Εισαγγελέων να ασκήσει δίωξη κατά του Λαπαθιώτη για τα στιχουργήματα αυτά. Στην επιστολή, ο Λαπαθιώτης κάνει επίτηδες συνεχή ορθογραφικά και συντακτικά λάθη και σολοικισμούς που υποτίθεται ότι διαπράττει ο Αντωνάκης.



Αίτησις

Αντωνίας Α. Π…,

κατοίκου Αθηναίων, αδελφής,

προς τον

Κον Πρόεδρον των Εισαγγελών.

Ενθάδε.

Κύριε Πρόεδρε,

Πρώτον έρχομαι ίνα ερωτήσω διά την καλήν σας υγείαν, τούθ’ όπερ επιθυμώ και δι’ υμάς – και δεύτερον επανέρχομαι ή να εξαιτήσω υπό της υμετέρας Προεδρίας, ίνα τεθή τερμάτισις της ανωμάλου καταστάσεως, παρά του Ναπολέοντος Λ. Λαπαθιώτου, κατοίκου Αθηναίων, το οποίον μοι εξαποστέλλει συνεχώς σατυρικάς επιστολιμιαίας εξυβρίσεις, θίγοντας συστηματωδώς την ευϋπόληπτην και άσπιλην υπόληψίν μου, ανεβάζοντας ερύθημα επί του παρθενώδους μετώπου μου, και κατασυγχύζοντας εμένα, μέχρι σοβαράς διακλονίσεως της ημετέρας υγείας και καρδίας!

Αχ καλέ, κύριε Πρόεδρε, τι έπταιξα η αναξιοπεπαθημένη εγώ, η κεκαβαλλημένη και αδιαλλειπόντως καβαλλούμενη παρ’ ατόμων πάσης φύσεως και μεγέθους πάντων των εργασιών και πασών των επαγγελματιών – ήγουν ναυτών, θερμαστών, διοπών, υποκελευστών και κελευστών – φαντάρων, πυροβολητών, ιππέων, σκαμπανέων, πυροσβέστηδων, υποδεκανέων, δεκανέων, λοχίων, επιλοχιών, ανθυπασπιστών, σαλπιχτών, χωροφυλάκων, αστυφυλάκων και τα τοιούτα – καφεπολών, ζυθοπολών, ουζοπολών, ανθοπωλών, κρεοπωλών, εδωδιμοπωλών, παντοπωλών, ψητοπωλών, οπωροπωλών, λαχανοπωροπωλών, φυστικοπωλών, γαλακτοπωλών, ανθρακοπωλών, αρτοπωλών, καπνοπωλών, εφημεριδοπωλών, θαλαμηπόλων και όλους τους εις –πώλων, από τον ένα εις τον άλλον πόλον – σωφέρηδων, σουστιέρηδων, καροτσέρηδων, καμαριέρηδων, λαντζέρηδων, σαντουριέρηδων, μπαρμπερηδων – υποδηματιοκαθαριστών, εφαρμοστών, καπνοκαθαριστών, οδοκαθαριστών, οψοκομιστών και φοιτητών – εμπόρων, τορναδόρων, σερβιτόρων, Αθηνώς, Πειραιώς και περιχώρων, και των βοηθών αυτών – υδραυλικών, μηχανουργών, επιπλοποιών, καρεκλοποιών, αρτοποιών, σαματοποιών, σαμαροποιών, ηθοποιών, με καλόν ή κακόν ποιόν – καφετζήδων, γανοτζήδων, χαλβατζήδων, φορατζήδων, φαναρτζήδων, σαλεπιτζήδων, στραγαλατζήδων, ψιλικατζήδων, και όλους όσους ήκουσον ή είδον – καστανάδων, γαλατάδων, βουτυράδων, ψαράδων, ψωλαράδων και, εν γένει, λογής λογής κωλομπαράδων, μετά παράδων ή χωρίς παράδων, από Φαλήρου, Παλαιού και Νέου, μέχρι Κοκκινιάς και Ποδαράδων – εγώ, επαναλαμβάνω, η “λαϊκιά” των φρονημάτων, η Κ…, εκ των γαλαζοαιμάτων, η εσπουδασμένη, επί σειράς ετών, ανά τας Εσπερίας, την ελβετικήν, την αγγλικήν, την γερμανικήν, την ιταλικήν, και την γαλλικήν την γαμικήν, επιβλητική και χονδροειδής της εμφανίσεως, μαγγουροφέρουσα εκ κερασέας, γλύπτουσα τας άκρας των πέων απαξαπάντων των περί οις ο λόγος – τι έπταιξα, επαναλαβαίνω, ίνα εξαιτώ της υμετέρας παρεμβάσεως, προς λήξιν σοβαρωτάτων μέτρων, εξεναντίας του προλαλήσαντος, προς τερμάτισιν των καθαπτουσών της ως είρηται αμόλευτης τιμής μου σατύρων!

Ευελπιστεύουσα των άνευ αναβολιών, κατεπειγόντων υμετέρων ενεργειών, περί της άρσεως της τοιούτης κακοηθείας, υπογραφίζομαι, mon cher, μετ’ υπολήψεως,


Αντωνία Α. Π…

κάτοικος Αθηναίων, αδελφή.


Εν Αθήναι, την 24 Μαρτίου, 1934

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ: Η ορθογραφία του κειμένου διωρθώθη, ίνα καταστή δυνατή η ανάγνωσις αυτού. Κατά τα λοιπά, διετηρήθη ως έχει.



Η εξομολόγηση του Αντωνάκη

«Χρόνια, τώρα, και χρονάκια γύριζα στους ξένους τόπους

μελετώντας, νύχτα μέρα, τις ψωλές και τους ανθρώπους,

αλλά μήτε στο Μαρόκο, μήτε και στη Χονολούλου,

δεν απάντησα, ποτέ μου, ψωλή σαν του Θρασυβούλου!

Τ’ είν’ εκείνη, βρε παιδί μου! Κόκκινη σα μπολσεβίκος,

πάντα ντούρα και βαρβάτη – και τι πάχος και τι μήκος!...

Για ψωλή καθώς εκείνη, κι όπως και του Αποστόλη,

είν’ ανάγκη να υπάρχουν ειδικοί, επίσης, κώλοι:

Ένας δε εκ των μεγίστων κώλων του παρόντος κόσμου,

άσσος μεταξύ των άσσων – είναι, πάντως, κι ο δικός μου!...»

Πριν από το ποίημα, ο Λαπαθιώτης ο ποιητής

σημειώνει τον παραλήπτη ως εξής:

Κύριον

Αντωνάκην Π………….,

τον Λαχαναγοραίον!-



Μετά το καβαλίκεμα…

[α] Οι εντυπώσεις της Αντώνας:

Καύλα κι όρεξη πολλή,

ανεκτίμητος αγκάλη,

- μικρή μόνον η ψωλή:

Να την είχε πιο μεγάλη!...

[β] Οι εντυπώσεις του Γαμιά της:

Καλά όλα της νυκτός,

με παραφοράς ηδείας,

- πλην ο κώλος ανοικτός,

μέχρι φρίκης κι αηδίας…

2. 4. 1934.



H “ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ” ΤΗΣ ΑΝΤΩΝΑΣ!...

Η Αντώνα, μ’ ένα μούργο,

που την έχει καβαλήσει,

- τύπο φαύλο και πανούργο,

τα βρακιά της έχει λύσει,

κι όπως είναι, σαν το κτήνος,

τουρλωμένη στο ντιβάνι,

του μιλεί, ενώ εκείνος

προσπαθεί να της τη βάνει:

«Μη φοβάσαι! Βάν’ την όλη,

βάν’ την, δεν θα με ματώσει!

Σαν και το δικό μου κώλοι,

παίρνουν τόση κι άλλη τόση!...

Πιάσε λίγο το βυζί μου!

Τώρα, τρίψε μου τη ρώγα…

Θα το δεις όπου μαζί μου,

θα καείς από τη φλόγα!...

Φως μου, συ, παράδεισέ μου,

τ’ ουρανού σταλμένος είσαι;!...

Δεν αντέχω πια, χρυσέ μου!

Να, θα χύσω!… Χύνω!… Χύσε!...»

Κι η Αντώνα λιγωμένη,

με τον κώλο της χορτάτο,

δίνει μια και πέφτει κάτω

και ξερή για λίγο μένει!...

5.4.1934

9/12/09

Το δεύτερο και το τρίτο μάτι

Bataille Georges
Η Ιστορία Του Ματιού




Βιογραφικό Ζωρζ Μπατάϊγ 1933

Γεννήθηκε στις 10 Σεπτέμβρη 1897, στο Μπιγιόμ, επαρχία του Μάρνη. Ο πατέρας του ήτανε τυφλός. Τελείωσε το γυμνάσιο στη Ρεμς κι επειδή ήταν φυματικός δεν υπήρετησε στον στρατό. Το 1920 γνωρίζει τη Σύλβια Μακλέ, τη παντρεύεται κι αποκτούν μαζί ένα παιδί. 2 χρόνια μετά παίρνει το δίπλωμα του αρχειοθέτη-παλαιογράφου από την Εcole des Chartes, στο Παρίσι και την ίδια χρονιά πάει να περάσει ένα διάστημα, κοντά στους Βενεδικτίνους στο νησί Wight, με σκοπό να γίνει παπάς. Μα στο τέλος της παραμονής του εκεί, έχει αποστραφεί οριστικά τη θρησκευτική πίστη. Το 1923 έρχεται σ' επαφή με το έργο του Νίτσε και την επόμενη χρονιά διορίζεται στο Τμήμα Μεταλλίων Εθνικής Βιβλιοθήκης Παρίσιου.



Τη 2ετία 1926-27 ψυχαναλείται από τον δρ. A. Borel, συναναστρέφεται με τους υπερρεαλιστές, χωρίς να προσχωρήσει ποτέ στο κίνημα. Το 1928 δημοσιεύει με το ψευδώνυμο Lord Auch την "Ιστορία Του Ματιού". 1929-30 διευθύνει το περιοδικό
"DOCUMENTS" που ίδρυσε με τον G. H. Riviere. Βίαιη ρήξη με υπερρεαλιστές κι ιδιαίτερα με τον Μπρετόν. Την επόμενη χρονιά κυκλοφορεί τον "Ηλιακό Πρωκτό". Διδάσκεται για τον Έγκελ.
Αυτός μαζί με τους Νίτσε και Μαρκήσιο Ντε Σαντ, θα 'ναι οι άξονες της σκέψης του.



Το 1936 δημοσιεύει τον "Λαβύρινθο" και την επόμενη χρονιά, πάλι με ψευδώνυμο, -Pierre Angelique- τη "Μαντάμ Εντουαρντά". Δημοσιεύσε άρθρα, μελέτες, ένα σωρό άλλα βιβλία και προλόγισεν επίσης και το έργο του Μαρκήσιου Ντε Σαντ, "Ζυστίν", μέχρι που τονε βρήκεν ο θάνατος στο Παρίσι, στις 8 Ιούλη 1962, σ' ηλικία 65 ετών.


(απόσπασμα)Το Γατίσιο Μάτι

Με μεγάλωσαν εντελώς μόνο κι απ' όσο θυμάμαι, κάθε τι που 'χε σχέση με το σεξ, μου 'φερνε αγωνία. Ήμουν γύρω στα δεκάξι όταν γνώρισα στη παραλία του χωριού Χ. ένα κορίτσι συνομήλικό μου, τη Σιμόν. Οι οικογενειές μας είχανε μακρινή συγγένεια, γι' αυτό και τα πρώτα μας πάρε-δώσε, προχωρήσανε πολύ γρήγορα. Τρεις μέρες μετά τη γνωριμία, βρεθήκαμε μόνοι οι δυο μας στη βίλα της. Φορούσε μαύρη ποδιά μ' άσπρο κολαριστό γιακά. Είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ πως το άγχος που μ' έπιανε όταν την έβλεπα, την έπιανε κι εκείνη με μένα, ένα άγχος που τη μέρα κείνη, ήταν ακόμα μεγαλύτερο επειδή έλπιζα πως κάτω από τη ποδιά της ήταν τελείως γυμνή.
Φορούσε μαύρες μεταξωτές κάλτσες που φτάνανε πάνω από το γόνατο, ακόμα όμως δεν είχα καταφέρει να τη δω μέχρι τον κώλο (αυτή η λέξη, που χρησιμοποιούσαμε πάντα με τη Σιμόν, ήτανε για μένα το πιο ωραίο απ' όλα τα ονόματα του σεξ). Φανταζόμουνα μόνο πως έτσι και σήκωνα λιγάκι τη ποδιά από πίσω, θα 'βλεπα τ' απόκρυφα μέρη της.
Σε μια γωνιά του διαδρόμου ήταν αφημένο ένα πιάτο με γάλα για τη γάτα.

-"Τα πιάτα είναι για να καθόμαστε", είπε η Σιμόν. "Τι στοίχημα βάζεις ότι μπορώ να κάτσω μες στο πιάτο";

-"Βάζω στοίχημα πως δε θα τολμήσεις", απάντησα σχεδόν με κομμένη ανάσα.

Έκανε αφόρητη ζέστη. Η Σιμόν ακούμπησε το πιάτο σ' ένα σκαμνάκι, στήθηκε μπρος μου και με τα μάτια της καρφωμένα στα δικά μου, κάθισε χωρίς να μπορώ να τη δω κάτω από τη ποδιά και μούσκεψε τους ζεματιστούς γλουτούς της στο δροσερό γάλα. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι κι άρχισα να τρέμω, ενώ αυτή κοίταζε το σηκωμένο πέος μου που πίεζε από μέσα το πανταλόνι μου. Έμεινα έτσι για λίγο ασάλευτος μπροστά της. Δε κουνήθηκε από τη θέση της και για πρώτη φορά, είδα τη ροδόμαυρη σάρκα της που δροσιζότανε μες στο κάτασπρο γάλα. Καθίσαμε σ' αυτή τη στάση πολλήν ώρα κι είμασταν κι οι δυο συγκλονισμένοι...

Ξαφνικά σηκώθηκε πάνω κι είδα το γάλα να τρέχει στα μπούτια της και να φτάνει ως τις κάλτσες. Σκουπίστηκε κανονικά μ' ένα μαντίλι, όρθια πάνω από το κεφάλι μου, με το 'να πόδι στο σκαμνάκι κι εγώ έτριβα μ' όλη μου τη δύναμη τον πούτσο μου πάνω από το πανταλόνι, σφαδάζοντας από κάβλα, στο πάτωμα. Έτσι φτάσαμε σχεδόν ταυτόχρονα σ' οργασμό χωρίς καν να 'χουμεν αγγιχτεί. Όταν όμως γύρισε η μητέρα της κι η Σιμόν χώθηκε τρυφερά στην αγκαλιά της, εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία και χωρίς να με δούν, επειδή καθόμουνα σε χαμηλή πολυθρόνα, σήκωσα από πίσω τη ποδιά κι έχωσα, ανάμεσα από τα καφτά της μπούτια, το χέρι μου βαθιά μες στον κώλο της.



Γύρισα τρέχοντας σπίτι με τη λαχτάρα να τραβήξω κι άλλη μια μαλακία και τ' άλλο βράδι, τα μάτια μου ήτανε τόσο κομμένα, που η Σιμόν, αφού πρώτα με κοίταξε καλά-καλά, έκρυψε το πρόσωπό της στον ώμο μου κι είπε σοβαρά:

-"Δε θέλω να μαλακιστείς άλλη φορά χωρίς εμένα".

Έτσι, οι ερωτικές μας σχέσεις μ' αυτό το κορίτσι, άρχισαν να γίνονται τόσο στενές κι αναπόφευκτες που σχεδόν δεν αντέχαμε να περάσει μια βδομάδα χωρίς να ειδωθούμε. Εντούτοις, γι' αυτό το θέμα δεν έχουμε μιλήσει σχεδόν ποτέ.
Καταλαβαίνω πως όταν με βλέπει, αισθάνεται αυτό που αισθάνομαι κι εγώ όταν τη βλέπω, μου 'ναι σχεδόν αδύνατον όμως να εξηγήσω αυτό που μας συμβαίνει. Θυμάμαι μια μέρα που τρέχαμε σα παλαβοί με τ' αυτοκίνητο, χτυπήσαμε μια ποδηλάτισσα που θα πρέπει να 'τανε πολύ νέα κι όμορφη. Οι ρόδες του αυτοκινήτου μας, της είχαν κόψει το κεφάλι σε σημείο που της το 'χανε χωρίσει από το σώμα.
Μείναμε πολλήν ώρα στ' αυτοκίνητο κοιτάζοντας μερικά μέτρα πιο κάτω, τη σκοτωμένη. Η φρίκη κι η απόγνωση που αισθάνεται κανείς μπροστά σε τόσες σάρκες βουτηγμένες στο αίμα, εν μέρει αηδιαστικές αλλά κι εν μέρει πανέμορφες, δε διαφέρουνε και πολύ απ' αυτό που συνήθως νιώθουμε μεις οι δυο όταν κοιταζόμαστε.

Η Σιμόν είναι ψηλή κι όμορφη. Η συμπεριφορά της γενικά είναι πολύ απλή, δεν υπάρχει τίποτα τ' απελπισμένο ούτε στο βλέμμα, ούτε στη φωνή της. Στο σεξουαλικόν όμως, τη πιάνει ξαφνικά τέτοια βουλιμία για κάθε τι που συγκλονίζει, ώστε κι η παραμικρότερη διέγερση των αισθήσεων, κάνει μονομιάς το πρόσωπό της να παίρνει μιαν έκφραση που φέρνει αμέσως στο νου, όλα κείνα που 'χουν να κάνουν με την ουσία της σεξουαλικότητας, το αίμα παραδείγματος χάρη, την ασφυξία, τον αιφνίδιο τρόμο, το έγκλημα, κάθε τι που καταστρέφει επ' άπειρο την ανθρώπινη μακαριότητα κι εντιμότητα.
Η πρώτη φορά που την είδα να τη πιάνει αυτή η βουβή και σύγκορμη σύσπαση, (που μ' έπιασε και μένα), ήτανε τη μέρα που 'κατσε στο πιάτο με το γάλα. Η αλήθεια είναι πως δε κοιταζόμαστε ίσια στα μάτια παρά μόνο σε τέτοιες στιγμές, τη γαλήνη όμως και την όρεξη για παιγνίδια τις βρίσκουμε μόνο λίγο μετά τον οργασμό, όταν χαλαρώνουμε.
Πρέπει να πω πως παρ' όλ' αυτά, πέρασε πολύς καιρός ώσπου να κάνουμε έρωτα, εκμεταλλευόμασταν όμως όλες τις ευκαιρίες για να επιδοθούμε σ' ασυνήθιστες πράξεις. Αυτό δε σημαίνει πως δεν είμασταν ντροπαλοί, κάθε άλλο μάλιστα, όμως κάτι ακατανίκητο μας έσπρωχνε και τους δυο να προκαλούμε ζευγαρωτά την αιδώ με τη μεγαλύτερη ξεδιαντροπιά. Έτσι, πριν καλά-καλά ολοκληρώσει αυτό που μου ζητούσε, δηλαδή να μη ξανατραβήξω ποτέ πια μόνος μου μαλακία, (είμασταν στη κορυφή ενός απότομου βράχου που κρεμότανε πάνω από τη θάλασσα), μου κατέβασε το πανταλόνι, με ξαπλωσε καταγής, μάζεψε ως απάνω τα φουστάνια της, κάθισε στη κοιλιά μου κι αποξεχάστηκε, ενώ εγώ βύθιζα στον κώλο της ένα μου δάχτυλο, που το 'χα προηγουμένως πασαλείψει με το νεαρό μου σπέρμα.
Έπειτα γύρισε και ξάπλωσε προς τα μπρος, με το κεφάλι κάτω από το πέος μου, ανάμεσα στα μπούτια μου και σηκώνοντας ψηλά τον κώλο, μετακίνησε το κορμί της προς εμένα που σήκωνα με τέτοιο τρόπο το κεφάλι, ώστε να το φέρω στο ίδιο ύψος με τον κώλο της, έτσι που τα γόνατά της ήρθανε και στηριχτήκανε στους ώμους μου.



-"Μπορείς να κατουρήσεις προς τα πάνω και να το φτάσεις στον κώλο μου;" με ρώτησε.

-"Μπορώ" απάντησα, "έτσι που κάθεσαι όμως, θα σου κατουρήσω το φουστάνι και το πρόσωπο".

-"Ε και;" μ' έκοψεν αυτή αποφασιστικά κι έκανα αυτό που μου 'πε. Δε πρόφτασα όμως να τελειώσω το κατούρημα κι ένα δεύτερο κύμα ξεχύθηκεν από μέσα μου και τη κατάβρεξε, τούτη τη φορά όμως ήταν όμορφο κάτασπρο σπέρμα.

Στο μεταξύ, η μυρωδιά της θάλασσας μπερδευότανε με τη μυρωδιά των μουσκεμένων εσωρρούχων, των γυμνών μας σωμάτων και του σπέρματος. Είχεν αρχίσει να βραδιάζει κι εμείς είμασταν πάντα σε κείνη την απίθανη στάση, χωρίς ν' ανησυχούμε ή να κουνιόμαστε, οπότε κάποια στιγμή ακούσαμε βήματα στα χόρτα.

-"Μη κουνιέσαι, σ' ικετεύω", μου 'πε η Σιμόν.

Τα βήματα είχαν σταματήσει, δε μπορούσαμε όμως να δούμε ποιος ερχόταν. Και των δυο μας οι ανάσες είχαν κοπεί. Έτσι τουρλωμένος όπως ήταν ο κώλος της, έμοιαζε πράγματι με πανίσχυρη ικεσία, τόσο τέλειος ήταν, με τους δυο στενούς κι αφράτους του γλουτούς, που τους χώριζε το βαθύ σχίσμα στη μέση και δεν είχα καμιά αμφιβολία πως είτε άντρας ήταν αυτός ο άγνωστος, είτε γυναίκα, γρήγορα θα υπέκυπτε στον πειρασμό και θ' αναγκαζόταν, βλέποντας αυτόν τον κώλο, να τραβήξει μιαν αβυσσαλέα μαλακία.
Τα βήματα όμως ξανακούστηκαν, πιο βιαστικά τώρα, σχεδόν σα τρέξιμο και ξαφνικά είδα να εμφανίζεται ένα υπέροχο ξανθό κορίτσι, η Μαρσέλ, απ' όλες μας τις φίλες ή πιο αγνή κι η πιο ευάλωτη. Εμείς οι δυο όμως ήμασταν πολύ σφιχτά μπλεγμένοι με τη φριχτή στάση που 'χαμε πάρει και δε μπορούσαμε να κουνήσουμε ούτε το μικρό μας δαχτυλάκι, οπότε ξαφνικά ή έρημη φίλη μας σωριάστηκε καταγής και ζάρωσε στα χόρτα κλαίγοντας με λυγμούς.

Τότε μόνο λύσαμε το εξωφρενικό μας αγκάλιασμα και ριχτήκαμε πάνω σ' ένα εγκαταλειμμένο σώμα. Η Σιμόν της σήκωσε τη φούστα, της έσχισε τη κυλότα και μου 'δειξε συνεπαρμένη, ένα καινούργιο κώλο, το ίδιο ωραίο, το ίδιο τέλειο με τον δικό της, που έπεσα κι άρχισα να τον φιλώ με λύσσα, ενώ συγχρόνως έτριβα τον κώλο της Σιμόν που τύλιξε τα μπούτια της γύρω από τη μέση της παράξενης Μαρσέλ, η οποία το μόνο πια που δεν έκρυβε ήταν οι λυγμοί της.

-"Μαρσέλ", της φώναξα, "σ' εξορκίζω, σταμάτα να κλαις. Θέλω να με φιλήσεις στο στόμα..."

Τα ωραία της ίσια μαλλιά της τα χάιδευε η Σιμόν δίνοντάς της παντού τρυφερά φιλιά.
Στο μεταξύ, ο καιρός είχε γυρίσει για τα καλά στη καταιγίδα και μαζί με τη νύχτα, άρχισαν να πέφτουν χοντρές σταγόνες, φέρνοντας χαλάρωση, μετά το πλάκωμα της αποπνικτικής ζέστης μιας ολάκερης μέρας που δε κουνιόταν φύλλο.
Η θάλασσα έκανε τώρα φοβέρο θόρυβο που τον σκέπαζαν τα μακρόσυρτα μπουμπουνητά του κεραυνού και με τις αστραπές μπορούσα κι έβλεπα ξαφνικά, σα να 'ταν μέρα μεσημέρι, τους δυο αυνανιζόμενους κώλους των κοριτσιών που δε βγάζανε πια λέξη. Τα τρία κορμιά μας τα υποδαύλιζε βάναυση φρενίτιδα.
Δυο νεαρά στόματα συναγωνίζονταν ποιο θα κάνει δικό του τον κώλο μου, τ' αρχίδια μου και τη ψωλή μου, εγώ όμως άνοιγα κι όλο άνοιγα, γυναικεία σκέλια υγρά από σάλια ή σπέρμα σα να 'θελα να ξεφύγω από το σφιχταγκάλιασμα ενός τέρατος, αλλ' αυτό το τέρας δεν ήταν άλλο από τη τρομαχτική βία των κινήσεών μου.
Τελικά, η ζεστή βροχή άρχισε να πέφτει καταρρακτωδώς κι έκανε τελείως μούσκεμα τα σώματά μας που δε κρύβανε πια τίποτα. Δυνατοί κεραυνοί μας συγκλόνιζαν και φούντωναν κάθε φορά και περισσότερο την αγανάχτησή μας, κάνοντας μας να βγάζουμε κραυγές λύσσας που επαναλαμβάνονταν με κάθε αστραπή, γιατί η καθεμιά έβγαζε στο φως τα γεννητικά μας όργανα.
Η Σιμόν είχε βρει μια γούβα με λάσπη και λάσπωνε το σώμα της πασαλείβοντάς το έξαλλη: μαλακιζόταν με το χώμα και τρανταζόταν από βίαιες συσπάσεις ηδονής καθώς τη μαστίγωνε η μπόρα, ενώ εγώ είχα το κεφάλι μου χωμένο σφιχτά ανάμεσα στα λασπωμένα μπούτια της κι αυτή το πρόσωπό της βουτηγμένο στα λασπόνερα, όπου πηγαινόφερνε μ' άγριες κινήσεις τον κώλο της Μαρσέλ την οποία είχε πλοκαμιάσει τυλίγοντας το ένα της μπράτσο γύρω από τη μέση της, ενώ με τ' άλλο χέρι είχε γαντζώσει τον γλουτό και τον τραβούσε και τον άνοιγε με δύναμη...


Εκδόσεις "ΑΓΡΑ" Μάρτης 1980
μετάφραση Δημ. Δημητριάδη

4/12/09

Ο Γυναικείος Οργασμός



Χιλιάδες λαμπρά αντρικά μυαλά έχουν αναλωθεί στο αιώνιο άλυτο αίνιγμα:
"Είχε οργασμό; Κι αν δεν είχε πως θα το καταλάβω εγώ; Και τελικά υπάρχει
οργασμός; Γιατί ως προς το αν υπάρχει θεός όλοι έχουμε τουλάχιστον μια
απάντηση".

Ιδού λοιπόν 34 αξιώματα για το γυναικείο οργασμό:

1. Ο πιο ασφαλής τρόπος για να 'χει μια γυναίκα οργασμό είναι κατ' αρχήν ν' αποφασίσει ότι θα 'χει.

2. Ο δεύτερος πιο ασφαλής τρόπος για να έχει μια γυναίκα οργασμό είναι ν' αποφασίσει να μη το σκέφτεται. Κανένας αγχωμένος κρεβατοσυμπαίχτης δε τελείωσε την ύπτια καριέρα του με το παρατσούκλι "καλάσνικοφ του
οργασμού".

3. Ο πιο διάτρητος τρόπος για να καταλάβει κανείς αν μια γυναίκα είχεν οργασμό είναι να τη βάλει να ορκιστεί. Διότι αν μεν πει "ναι" τότε θα ξυπνήσει μέσα όλη αυτή η φιλολογία του τύπου "μ' αγαπά και δε θέλει να με πικράνει", "κατά βάθος λέει ψέματα", "γιατί λέει το ναι λαχανιασμένα;" "γιατί δε μου λέει το ναι μ' ενθουσιασμό;". Αν πει "όχι" δε δικαιούσαι εξηγήσεις.

4. Ο πιο ασφαλής τρόπος να μάθετε την αλήθεια είναι να της ζητήσετε σ' ανύποπτο χρόνο ένα καφέ. Απροσδιόριστοι βιολογικοί λόγοι θα την οδηγήσουν προς το μπρίκι. Αν αρχίσει το "μπούρου-μπούρου" (στα γυναικεία σημαίνει "φτιάξτο μόνος σου") τότε το όραμα της "Ω ναι!" έχει απομακρυνθεί.

5. Μην πιστεύετε ποτέ τα γυναικεία περιοδικά.



6. Η κατ' ιδίαν προπόνηση βελτιώνει πάντα τις επιδόσεις. Αλλιώς φτάνεις κάπου όταν έχεις εξοικειωθεί με τη διαδρομή κι αλλιώς όταν πηγαίνεις ψάχνοντας. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τους άντρες.

7. Όταν λέει ότι φτάνει σε οργασμό εννοεί ότι κάπου αλλού ήταν πριν. Κι αυτό δικαιολογημένα μας βάζει σε σκέψεις: "Δηλαδή από πού έρχεται; Και που 'μουν εγώ όταν αυτή ήταν εκεί; Διότι μόνη της αποκλείεται να ήταν. Κι αν δεν ήμουν εγώ εκεί σημαίνει ότι ήταν κάποιος άλλος!!!".

8. Μην κρατάτε στατιστικά. Αύριο είναι μια άλλη μέρα.

9. Όταν μια γυναίκα έχει οργασμό δε σημαίνει ότι νίκησες εσύ. Αυτή νίκησε. Και της αξίζουν συγχαρητήρια.

10. Απλά μαθηματικά: Μια γυναίκα όπως έχει αποδειχθεί χρειάζεται περίπου 8 λεπτά για να έρθει σε οργασμό. Αντίθετα ο άντρας χρειάζεται μόνο 2 με 3 λεπτά. Η εξίσωση αυτή μας οδηγεί αναπόφευκτα σε δυο συμπεράσματα:
Πρώτο, στο νοσηρό χιούμορ του Υψίστου και δεύτερο, στο ότι μια γυναίκα
χρειάζεται ή 4 άντρες των δυο λεπτών ή 3 των τριών λεπτών και να μείνουν
ρέστα 60 δευτερόλεπτα.

11. Όσοι πάλι δεν είμαστε ούτε ανθρωπολόγοι ούτε γυναικολόγοι απλώς
αναρωτιόμαστε ποιος μας κάνει τόση πλάκα με το θέμα "οργασμός". Για του
λόγου το αληθές ακόμα και οι άντρες-μέντιουμ έχουν τις ίδιες ανησυχίες κι απορίες για τις συντρόφους τους όπως κι όλος ο υπόλοιπος κόσμος.



12. Κατά βάθος όταν μια γυναίκα φτάνει σε οργασμό εσείς είστε απλώς το κοινό της.

13. Όταν αρχίζουν οι οδηγίες του στυλ "κόψ' το όλο δεξιά", "έλα όπως έρχεσαι", "δώσε λίγο προς τα έξω", "έτσι-έτσι-έτσι-έτσι" τότε απλά κλειστείτε στο δικό σας ορμονικό σύμπαν. Εκείνη δε πρόκειται να 'ρθει.

14. Ακόμα δεν έχει ανακαλυφθεί γιατί ο γυναικείος οργασμός δε γίνεται
εμφανής κι αδιαμφισβήτητος όπως ο αντρικός.

15. Αν η γλώσσα υποκαθιστούσε πλήρως το πέος θα 'πρεπε να 'τανε μακρύτερη.

16. Μη λέτε ποτέ "παρακαλώ". Το κρεβάτι δεν είναι χώρος δεξιώσεων. Αν οι
αβρότητες δεν είχαν πραγματική επίδραση πάνω τους, τότε οι φορτηγατζήδες, οι άγνωστοι βιαστές κι οι άλλες ανάλογες ομάδες πληθυσμού δε θ' αποτελούσαν δημοφιλή "πρώτη ύλη" στις φαντασιώσεις τους.

17. Οι πρωταγωνίστριες στις ταινίες πορνό δεν έχουν οργασμό. Ούτε η Μεγκ
Ράιαν στην ιστορική σκηνή του "Όταν Ο Χάρι Γνώρισε Τη Σάλι". Ούτε βέβαια
είναι συμπτωματικό ότι ο οργασμός που υποδύθηκε έμοιαζε απελπιστικά με
τους οργασμούς στις "Αφιονισμένες Παρθένες: Η Επιστροφή". Τα συγκεκριμένα
ερμηνευτικά κλισέ έχουν προκύψει άλλωστε από προπόνηση αιώνων.



18. Δε στέκει λογικά: Οι περισσότερες γυναίκες έχουν υποκριθεί κάποτε στη ζωή τους κι όλοι οι άντρες πιστεύουν ότι δεν έχουν υποκριθεί μ' αυτούς ειδικά.

19. Τα ουρλιαχτά δε τεκμηριώνουν τίποτα.

20. Αυτό που ξεπερνά ψυχολογικά ένα καλό οργασμό είν' ένας καλύτερος.

21. Οι ατέλειωτες συζητήσεις για το γυναικείο οργασμό είναι σχεδόν το μόνο πράγμα που επιβίωσε από τη δεκαετία του '70.

22. Ο δεύτερος οργασμός χρειάζεται ακριβώς μισό χρόνο για να επιτευχθεί σε σχέση με τον πρώτο. Ο τρίτος το 1/4 του χρόνου κ.ο.κ.

23. Ο χρόνος που διαρκεί ο γυναικείος οργασμός όταν προέρχεται απ' αυνανισμό είναι πολύ μικρότερος από το χρόνο που διαρκεί όταν προέρχεται από τη συνεργασία ανάμεσα σε δυο "συμπαίκτες".

24. Καμία εγκυκλοπαίδεια δεν γράφει τίποτα ξεκάθαρο γύρω από το θέμα του
γυναικείου οργασμού.

25. Κι άλλη μεταφυσική συνωμοσία: Όταν βρίσκονται στις γόνιμες μέρες φτάνουν σ' οργασμό πιο εύκολα και πιο γρήγορα!



26. 'Αλλο το "δεν έχω οργασμό" κι άλλο το "δεν έχω οργασμό μαζί σου". Το
"μαζί σου" μπορεί να οφείλεται και στο γεγονός ότι μια μικρή λεπτομέρεια πάνω σας "δε της πηγαίνει". Αυτή η μικρή λεπτομέρεια που "δε της πηγαίνει" μπορεί να 'ν' ακόμα και το σχήμα του αγκώνα σας. Πράγμα που αποδεικνύει αφενός ότι η θεϊκή φάρσα εις βάρος μας γύρω από το θέμα μπορεί να συνεχιστεί επ' άπειρον κι αφ' ετέρου ότι δεν υπάρχει τελικά λόγος να νιώθουμε ένοχοι.

27. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις "κροκόδειλος-από-το-αλκοόλ" ο οργασμός με έναν καινούργιο "συμπαίκτη" έρχεται πάντα μετά τις δυο-τρεις πρώτες φορές. Εξαιρούνται τα one night stands.

28. Πράγμα που σημαίνει ότι εσείς μπορεί να μην το ξέρετε ότι είστε one night stands αλλά εκείνη πάλι το ξέρει. Ευχαριστούμε Πανάγαθε που τα 'κανες τόσο πολύπλοκα. Λες και δεν είχαμε άλλες δουλειές...

29. Η έρευνα του Κίνσεϊ απέδειξε ότι οι περισσότερες γυναίκες αυνανίζονται μπρούμυτα.

30. Η φράση "ποτέ δεν είχα οργασμό μαζί σου" είναι πολύ επώδυνη για τον
παραλήπτη.



31. Μέχρι ο παραλήπτης να αναρωτηθεί: "Τότε γιατί έμεινες;"

32. Η ερώτηση "τελείωσες" είναι χειρότερη από την ερώτηση "σου άρεσε;".

33. Γι' αυτό η ερώτηση "σου άρεσε;" είναι προτιμότερη από την ερώτηση
"τελείωσες;".

34. Στο κάτω-κάτω υπάρχει πάντα και το ανέκδοτο: Γιατί οι γυναίκες υποκρίνονται οργασμό; Διότι νομίζουν ότι μας νοιάζει!

26/11/09

Βρίσκομαι αιδώ!



Βρίσκομαι αιδώ!
Μου είπε το γλυκόλαλον αιδοίον
Δεν υπάρχει θέμα. Βρίσκομαι αιδώ! Βρίσκομαι πάντα αιδώ!
Το είπε κι ο Ρεμπώ

θα αμπαρώσω απόψε την καρδιά μου
απo τη βέβηλη εισβολή των πειρασμών
στα σκέλια κάποιας θα καλπάσω
παίρνοντας το ξημέρωμα για λύτρα τα υγρά της
καθώς
Αύγουστος άπατρις ξιφήρης
γονυπετής του αιδοίου
βέβηλος λάγνος σοδομάκιας
που φωνασκεί συμπόσια ελληνικά
μαστίχα Χίου κολλημένη σε χειλάκια


ω τα φριχτά τα τραύματα από βλέμματα
ω τα ανοιχτά τα σκέλια αφηνιασμένα
καταπάνω του φαλού
ω λαιμητόμοι αρχιερείς
ανάσκελα προσφέροντας
απ’ το ιερό αιδοίον σας
μεταλαβιά την καύλα σας
τα πορφυρά σας χείλη
την κάψα υπερασπίζοντας του θέρους
τη λαμπερή αλφαβήτα των μηρών
που εν ριπή οργασμού αχνίζουν λέξεις
κι αγκομαχητά
στύσεις ανίατες
για ποιήματα μελλοντικά που θα διαβάζονται
σε κάποια βηθλεέμ ερωτική
σε κάποιον γαμιστρώνα ιερό.


Αντώνης Αντωνάκος

25/11/09

Πρώτες βοήθειες σε περίπτωση υστερίας



Μια μέρα, μου έρχεται η πιο όμορφη ίσως γυναίκα του νησιού -αλήθεια, ρε, πόσο φτωχιά και μίζερη είναι η μοναξιά χωρίς γυναίκα, δεν μπορείς να το φανταστείς.
Έρχεται, που λες, κάθεται στην πολυθρόνα, είναι καλοκαίρι, φοράει ένα τσιτάκι που κολλάει σα γάντι στο κορμί της, είναι κατάμαυρη απ’ τον ήλιο και μοσκοβολάει θάλασσα και βασιλικό.

Ευτυχώς, εγώ φοράω ιατρική μπλούζα. Έτσι όταν, σε κάθε άγγιγμα της γυναίκας, όπως είναι φυσικό, μου σηκώνονται τα πάντα, δεν κινδυνεύω να γίνω ρεζίλι.

Όμως ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι από πάνω μου, τα πόδια μου κόβονται, η γλώσσα μου είναι ξερή σα μετζεσόλα και τα χέρια μου τρέμουν σα να ‘χω Πάρκινσον. Κάθεται λοιπόν, της λέω; τι συμβαίνει; Μου λέει, γιατρέ, του δόντι μ’, θα πεθάνω. Της λέω, ποιο; Μου δείχνει στ’ αριστερά τής άνω γνάθου.

Είχε κάτι μελαχρινά βυζιά, οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας, με δυο τσιτωμένες ρόγες που σου έβγαζαν γλυκά γλυκά τα μάτια. Ε, μόλις κάνω να σκαλίσω το δόντι με το άγκιστρο, γίνεται τάβλα, ξύλο, σου λέω. Τα μάτια της έχουν γυρίσει ανάποδα και το κορμί της έχει τεντώσει πάνω στην πολυθρόνα. Είμαι μόνος μου στο ιατρείο, ξέρω ότι αυτό είναι υστερία -ναι, μας κάνανε μαθήματα σ’ όλους τους υγειονομικούς- τη σηκώνω και την ξαπλώνω στον καναπέ. Ε, αφού κάνω τα εύκολα, της δίνω μπατσάκια, της τρίβω τους καρπούς των χεριών, κι αυτή δε λέει να συνέρθει, βάζω το χέρι μου κάτω απ’ το φουστάνι της, κάνω στο πλάι την κιλότα κι αρχίζω με τις ρώγες των δαχτύλων μου, αφού τις σάλιωσα πρώτα, να της χαϊδεύω την κλειτορίδα, που στο πρώτο άγγιγμα σηκώθηκε σαν το πουλί του Ερμαφρόδιτου…

Ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι από πάνω μου και τρέμω ολόκληρος. Δεν ξέρω πώς θα εξελισσόταν η ιστορία -ξέρεις, ρε, τι είναι να έχεις χρόνια ν’ αγγίξεις γυναίκα, και ξαφνικά η φούχτα σου να καίγεται από ένα ολάνθιστο, τρυφερό μουνί που συσπάται και υγραίνεται στο χάδεμά σου…

Ευτυχώς, εκείνη την ώρα ακούω βήματα στην ξύλινη σκάλα, το σπίτι ήταν δίπατο, βλέπω το κεφάλι ενός παλιού συντρόφου Ακροναυπλιώτη να με κοιτάει με φρίκη. Με το που με βλέπει, κατρακυλάει τις σκάλες και φεύγει. Αυτό με συνέφερε, γιατί όπως πάλλονταν η γυναίκα, τραβούσε τα δάχτυλά μου προς τα μέσα, όπου τα τοιχώματα του κόλπου της, βελούδινες μυλόπετρες, τα συνέτριβαν, και γω χάδευα σαν τρελός, ξεχνώντας πια ότι αυτό ήτανε φάρμακο για να συνέρθει από την υστερία της -ούτε άκουγα τα βογκητά της, ούτε είδα τα μάτια της που άνοιξαν και με κοίταγαν με μια τρελή επίκληση…

Τράβηξα το χέρι μου, υγρό και σπαραγμένο, πήγα πίσω από το παραβάν στο νεροχύτη, τάχα να πλυθώ, σηκώθηκε, κι αφού έφκιαξε την κιλότα της, κατακόκκινη, μου είπε ένα «με συγχωρείτε» και κατρακύλησε κι αυτή τις σκάλες…
Το μεσημέρι με ειδοποίησαν ότι με ζητάει ο στρατοπεδάρχης. Πήγα, ήταν εκεί ο σύντροφος που σου είπα και ο υπεύθυνος του υγειονομικού, ένας τσίφτης που στον πολιτικό του βίο, που λένε, ήταν γκαρσόν. Μου λένε, κάτσε, κάθομαι. Λένε του μπαρμπα-Λευτέρη, λέγε. Κι αυτός, μέσα στη σύγχυσή του, ούτε λίγο ούτε πολύ, λέει ότι ήμουνα καβάλα στη γυναίκα.

Μια ζωή μέσα ο κακομοίρης, σάματις ήξερε και πώς σμίγουν οι άνθρωποι;

Τι να πεις. Τέλος, ύστερα από τις επιδέξιες ερωτήσεις του υγειονομικού, πείστηκαν όλοι ότι η γυναίκα είχε πάθει υστερία και γω προσπαθούσα να τη συνεφέρω, και μένα μου ‘ρχονταν να κόψω το χέρι μου και να το πάρω αγκαλιά…
Τέλος, τους λέω ότι αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί, δηλαδή να κάνω τον οδοντογιατρό και στους ντόπιους, γιατί είναι σίγουρο ότι ή θα πάω στο τρελοκομείο, ή θα πατήσω το «άρθρον δέκα» και θα με απομονώσουν…

Πράγματι, κόψαμε τις ιατρικές παρτίδες με τους ντόπιους, παρά τις διαμαρτυρίες τους, μια κι έτσι έπρεπε να πάνε στη Λήμνο ή στον Πειραιά για τα δόντια τους…
Έτσι λοιπόν ‘σύχασαν και μένα λίγο τα νευροφυτικά μου…


Χρόνης Μίσσιος, χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε; (εκδ. γράμματα)

19/11/09

Τα 37 είδη των οργασμών



1. Γεωγραφικός : Εδώ ! Εδώ ! Ή Εκεί ! Εκεί !

2. Θρησκευτικός ; Θεέ μου !!!

3. Αυτοκτονίας : Πεθαίνω !!!!!!

4. Δολοφονίας : Αν σταματήσεις σε σκότωσα !!!

5. Θετικός : Ναι ! Ναι ! Ναι ! Ναι ! Ναι !

6. Αρνητικός : Όχι ! Όχι ! Όχι ! Όχι ! Όχι !

7. Στιγμιαίος : Τώρα ! τώρα ! τώρα !

8. Επίπονος : Ωχχχ ! αχχχχχχ ! Ωχχχ !

9. Οργασμός του τρόπου 1 : Πιο γρήγορα ! Πιο γρήγορα !

10. Οργασμός του τρόπου 2 Πιο δυνατά ! Πιο δυνατά !

11. Επεξηγηματικός : Έτσι ! Έτσι ! Έτσι !

12. Επιβεβαιωτικός : Αυτό είναι ! Αυτό είναι !

13. Μαραθώνιος : Φτάνω !! Φτάνω !!

14. Τελειωτικός : Τελειώνω !! Τελειώνω !!

15. Οργασμός της αγελάδας : Μμμμμμμμμμμμμμμμμμμ

16. Οργασμός της πάπιας : Α-παπα παπα-παπα !!

17. Οιδιπόδειος : Τι σου κάνω, μάνα μου !

18. Πατρικός : Παιδί μου !!!

19. Ο οργασμός του μαμάκια : Μάνα μου, ώχου, μάνα μου !!

20. Ο οργασμός του ανοιχτοχέρη : Πάρτα !!!

21. Ο οργασμός της Νατάσας : Αχ Κώστα-Κώστα

22. Ο οργασμός του κάμπινγκ : …..( για να μην σ’ ακούσουν από τις διπλανές σκηνές )

23. Οργασμός παντρεμένων : Το ταβάνι θέλει βάψιμο Κώστααα !

24. Οργασμός της μοδίστρας : Σκίσε με !

25. Οργασμός του πλεονέκτη : Κι άλλο !! Κι άλλο !!

26. Οργασμός της θρησκευόμενης : ? η-Γιώργη μου !! Καβαλάρη μου !!!

27.Οργασμός του γιατρού : Πάρτα, μωρή άρρωστη !!

28. Οργασμός της βρεφονηπιοκόμου : Μωράκι μου,..Μωράκι μου !!

29. Οργασμός του ανασφαλή : Σ’ αρέσει ; Ε ; Σ’ αρέσει ;

30. Οργασμός του περίεργου : Τι σου κάνω ; Πες, τι σου κάνω ;

31. Οργασμός της ψυχρής : Λιώνω !!!

32. Οργασμός της ψεύτρας : Τελείωσες καρδούλα μου ; Αχ, αχ κι εγώ

33. Οργασμός του ψυχιάτρου : Με τρελαίνεις !!

34. Οργασμός του G.P.S. : Πιο πάνω... πιο πάνω... πιο δεξιά. Εκεί, εκεί ανάμμεσα !!

35. Οργασμός της ανοργασμικής : Τελείωσες ; Μπορούμε τώρα να συζητήσουμε λίγο σοβαρά για τη σχέση μας ;

36. Βλάχικος οργασμός : Οη,Οη, μάνα μ’ !!!

37. Κρητικός οργασμός : Ωφού !!Ίντα μου κάνεις και με κουζουλαίνειs.

15/11/09

Mεθυσμένες αισθήσεις

Θα το σηκώσω το ποτήρι μοναχή

και θα το πιω ως τον πάτο,

κι

ύστερα

θα
μεθύσω
με
το

κοκκινόμαυρό

σου


με ένα ουίσκι
με ένα τσιγάρο
με μια κατάθεση ψυχής
σε ένα υπόγειο
μέσα στο δρόμο
σε κάποιο μπαρ της περιοχής
δυο μαύρα μάτια
να σε μεθάνε
κι ένα αιδοίο
να σε υγραίνει
βροχή να πέφτει
ήλιος να βγαίνει
και ένα χαμόγελο να σε πηγαίνει
να σε ανεβάζει
να σε ζεσταίνει
να σε πεθαίνει
να σε ανασταίνει
να σε μεθάει, να σε μεθάει, να σε μεθάει...

Παναγιώτης


"...Δεν έμελλε να περιμένει πολύ. Σύντομα αισθάνθηκεν ένα τεράστιο ζεστόν όγκο να πιέζει πάνω στη πισινή σχισμή της και, λίγο χάρη στην αλειφή, λίγο χάρη στα νευρικά ανασηκώματα της λεκάνης της, ένιωσε να τη διαπερνά σα πυρωμένο δόρυ. Ύστερα ένα γερό χούφτωμα στη κοιλιά τη πίεσε και τη κόλλησεν ακόμα πιο πολύ στο αόρατο κι αγέρωχο κείνο καβλί, την ώρα που το άλλο χέρι, ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα στις τρίχες της ψιψίνας της. άρχιζε να γλυκοπασπατεύει τα χείλη και το κουμπάκι της, για να χωθεί τελικά μέσα της, λες κι ήθελε, πίσω από τις λεπτοϋφασμένες εκείνες μεμβράνες να φτάσει ν' αγγίξει την ατέλειωτη ψωλή που ορμούσε μες στα έντερά της σα κριάρι. Στην αγριεμένη επιδρομή του παλουκιού απαντούσε το παιγνίδισμα των δαχτύλων που μούσκευαν μέσα στη πάχνη της. Χύσανε μαζί και μάλιστα τόσον άγρια που καταρρεύσανε στο πάτωμα ουρλιάζοντας κι έμειναν εκεί, ασάλευτοι, για ώρα πολλή, βαριανασαίνοντας..."


απόσπασμα απ' το βιβλίο
Loulou Morin: Η Μαύρη Πέρλα- εκδ. Αφροδίτη

12/11/09

Τέμνοντας



"...Τα στήθια σας, ακόμη αδοκίμαστα,
πεισματ
ώ
νουν το μέλλον.
Δεν ντρέπομαι να τα ονομάσω γυμνά,
περήφανα, ανυπόμονα.
Όσο τρέμουνε θα τρέμει η ζωή, θα τρέμει το χέρι μου,
θα τρέμουνε όλες οι παπαρούνες των κάμπων... "


στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης

6/11/09

αισθήματα συμπόνιας

γλωττίΖΩντας...








"...και σφύγγουσα τα χείλη της
γύρω απο την βάσιν του καυλού,
ήρχισε να τον γλείφη και να τον γλωττίζη... "




Ανδρέας Εμπειρίκος

απόσπασμα (σελ. 139 ) απο τον "Μέγα Ανατολικό"
εκδόσεις Άγρα

1/11/09

Μάθημα ανατομίας

Ξεφυλλίζοντας φοιτητικό τετράδιο σημειώσεων,
βρήκε και σκάλωσε η ματιά:

"Men often give love for sex.
Women often give sex for love"


θύμηση ταινίας αγαπημένης
Άντρας και Γυναίκα συνομιλούν.
Ηθοποιοί σε ρόλους. (Σίγουρα;)
Αγγίγματα, γδαρσίματα, νυχιές και χάδια,
αμυχές και εκδορές, δειλές θωπείες,
χαμηλοκοιτάγματα και τρεμομιλήματα,
όλα τους παραμονεύουν και διαφεντεύουν το λόγο.


Γ- Που πας;
Α- Κάπου έτσι… γενικά, να την πέσω…
Γ- Τι γίνεται απάνω;
Α- Απάνω… τι γίνεται απάνω, εντάξει, όλα καλά απάνω…

Γ- Κοίτα… κοίτα. Άμα θέλεις να κοιμηθούμε μαζί, εντάξει.

Α- Ξέρεις κάτι;

Γ- Τι;
Α- Δε μ’ αρέσει έτσι.

Γ- Και πως το περίμενες δηλαδή;
Α- Δε ξέρω, δε ξέρω. Κάπως αλλιώς, πάντως όχι έτσι.
Πάμε μια βόλτα στο δρόμο.
Τουλάχιστον όλα αυτά δε γίνονται από φόβο, ή από ανία, ή από… συναδελφική διάθεση.
Μ’ αγαπάς λίγο;

Γ- Όχι μεγάλα λόγια, δεν είπαμε;
Α- Δηλαδή με σένα πως γίνεται; Κατεβάζουμε το φερμουάρ, ξεκουμπώνουμε το παντελόνι, παπ, τελειώσαμε…

Γ- Δε με παίρνει για περισσότερα.
Α- Αα… Μάλιστα! Άκου τώρα το μάθημα της ανατομίας.
Αυτός εδώ είναι ο εγκέφαλος. Ο εγκέφαλος.
Που διψάει γι αλήθεια και ποτέ δεν του δίνουμε αρκετή και ποτέ δε χορταίνει.
Κι αυτή εδώ είναι η κοιλιά, που διψάει για τροφή.
Κι αυτό εδώ κάτω είναι το… φύλο.
Που διψάει για έρωτα γιατί νιώθει μοναξιά πότε-πότε.
Εγώ στη ζωή μου τα ‘θρεψα.
Τα χόρτασα και τα τρία, όσο μπορούσα κι όσο ήθελα.
Εσύ μπορεί τη κοιλιά σου λίγο,
με φασκόμηλο βέβαια,
αλλά από αλήθεια, από έρωτα, τίποτα.
Τίποτα, τίποτα.
Μόνο φουσκωμένα λόγια και καμώματα και πόζες
… σ’ αφήνω το χέρι.
Το μάθημα τελείωσε, ε;
Μπορείς να πηγαίνεις.

Θύμηση ταινίας,σπουδαίου έλληνα κινηματογραφιστή.
Γλυκιά Συμμορία του Νίκου Νικολαΐδη η ταινία,
από την οποία, μια εικοσαετία πίσω,
αναδύθηκε αυτος ο διάλογος κρυστάλλινος στις αλήθειες του,
για τούτο και ισχυροποιημένος στο θολό μνημονικό...

*αφιερωμενο στην υφυπουργο πολιτισμου

30/10/09

Δύο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις




Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΗΣ

Όλη νύχτα
Έβλεπα την κοιλιά σου να μεγαλώνει
Το σάλιο μου μύριζε πετρέλαιο
Πάνω στο καμένο κορμί
Ένα πλοίο από πορσελάνη
Χυνόταν κάθε λίγο στο στόμα σου
Με κομμένα σκοινιά

Όλη νύχτα
Μ’ έναν φακό
Μάζευα σπασμένα γυαλιά
Από τις αποθήκες σου
Σε άνοιγα και σε έκλεινα
Ως τα κάγκελα της ψυχής
Ως εκεί που μπορεί να φτάσει
Ένας υποψήφιος νεκρός

Προσέχοντας πολύ
Να μην τρομάξω
Την αναπνοή της

Με την πανοπλία μου


ΛΙΓΟ ΑΚΟΜΑ Π ΠΡΙΝ ΠΕΡΑΣΕΙ(Σ)

Ερχόμουν από μακριά
Με τους χειροποίητους μύθους μου
Με τις φυσιογνωμίες των σωμάτων
Γεμάτες λάσπη
Είχα συνηθίσει πια
Να επιπλέω στην καθαρότητα
Ό,τι ήθελα να πω
Το έλεγα πρώτα στον εαυτό μου
Για δοκιμή

Μια μέρα
Άρχισα να σου μιλάω ακατάπαυστα
Και κόλλησαν τα χείλη μου Άνδρο
Όπως έβγαινε η φωνή μου
Λιγόστευα

Εσύ πάλι τι κάνεις
Όποτε το θυμάσαι
Κατεβάζεις τα σκουπίδια στη θάλασσα
Ξεσκόνισε και λιγάκι
Τόσες λέξεις είναι πεταμένες στο πάτωμα

Δε βλέπεις ότι αν συνεχίσουμε έτσι
Θα μας φάει η σκόνη;



Την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου κυκλοφορεί το νέο βιβλίο
του ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ
"ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ"
από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

24/10/09

ΚΑΤΑ ΜΟΝΑΣ ΗΔΟΝΕΣ


Mικρού μήκους ταινία της ΛΟΥΚΙΑΣ ΡΙΚΑΚΗ
«ΚΑΤΑ ΜΟΝΑΣ ΗΔΟΝΕΣ»
Πολύτιμο Τρίπτυχο για τον Αυτοερωτισμό
του ΓΙΩΡΓΟΥ-ΙΚΑΡΟΥ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗ
Στην καθημερινή ζωή τον αποσιωπούν, όταν δεν τον χλευάζουν. Τον περιβάλλει μία ομίχλη ατιμίας, ύβρεων, χοντρών αστεϊσμών, βάναυσης υποτίμησης. Πρόκειται για τον αυνανισμό, τον αυτοερωτισμό, και όλοι ξέρουμε πώς αντιμετωπίζεται ακόμα και σήμερα. Για μιαν ακόμα φορά, η Τέχνη έρχεται να βάλει, με τον δικό της μοναδικό, ακραίο και ακαριαίο τρόπο, τα πράγματα στη θέση τους. Που σημαίνει να μας κάνει να σκεφτούμε αλλιώς, όχι όπως κάθε μέρα, από αδράνεια και κεκτημένη ταχύτητα, αλλά να επανεξετάσουμε, να αναστοχαστούμε, να αναθεωρήσουμε αφού βαφτιστούμε στα νάματα της ευαισθησίας και της νοημοσύνης, του πάθους και της λογικής, του καλλιτέχνη. για τον Αυτοερωτισμό.
Μια μικρή σε διάρκεια ταινία, μόλις δεκάλεπτη, έρχεται αίφνης να μας εξοικειώσει με το θαύμα του αυτοερωτισμού. Κάθε έργο τέχνης, εξάλλου, που σέβεται τον εαυτό του άλλο σκοπό δεν έχει από το να μας φέρνει διά της τέρψεως σιμά στο θαύμα που είναι ο άνθρωπος στις πιο όμορφες στιγμές του. Και οι όμορφες στιγμές μας συχνά λογοκρίνονται, καταδικάζονται σε ένα περιφρονημένο μισόφωτο, υφίστανται στυγνό ακρωτηριασμό.«Κατά μόνας ηδονές» είναι ο εύγλωττος τίτλος του δημιουργήματος της Λουκίας Ρικάκη.

H Ρικάκη επιχειρεί μία σπουδή στον αυτοερωτισμό μέσα από την κάμερα. Επιλέγει τη χρήση μέσων και τρόπων που θα ακυρώσουν την καταλαλιά που σφυροκοπάει τον αυτοερωτισμό και την ανάδειξη της βαθιά ανθρώπινης σημασίας του. Το φιλμ «Κατά μόνας ηδονές» είναι δομημένο ως τρίπτυχο, πρόκειται για τρεις στιγμές ποιητικής προσέγγισης στο κορμί που παραδίδεται στην ηδονή, στα δάχτυλα που θωπεύουν το στήθος και την κοιλιά και το αιδοίο, και στην ακύρωση της χυδαιότητας μέσα από τον ηδύ θρίαμβο της ποίησης, μιας ποίησης όχι μονάχα των λέξεων αλλά και των μελωδιών και των εικόνων.Τα χρώματα που επιλέγει η Ρικάκη να δεσπόσουν στις «Κατά μόνας ηδονές» είναι το κόκκινο, το χρυσό, και το γαλάζιο. Το κόκκινο των σεντονιών που φιλοξενούν την ηδονή και του τριαντάφυλλου που ανοίγει ευφρόσυνα, το χρυσό των φύλλων που χορεύουν στον άνεμο της ελευθερίας που χαρίζει η ηδονή, και το γαλάζιο των υδάτων του ερωτικού θάλπους. Οι λέξεις της είναι αλιευμένες από τον Ευριπίδη, τον Δάντη, τον Χάβελοκ Έλις, τον Νοβάλις, τον Νίτσε, τον Ρουσσώ. Μέσα από τις λέξεις αυτές ο παράφορος διονυσιασμός σμίγει με το φλογερό, μα πάντα έλλογο, λειασμένο, βελούδινο πάθος του ρομαντισμού, πλέκοντας μαζί το εγκώμιο της ευδαιμονικής αυτονομίας, της νοσταλγίας της χαμένης αθωότητας, που καλό είναι να ανακαλυφθεί εκ νέου, και της ενάρετης αυτάρκειας που δωρίζει ο αυτοερωτισμός, που προσφέρουν οι συκοφαντημένες αλλά τόσο πολύτιμες στιγμές που στη διάρκειά τους, την παρατεταμένη νοερά για πάντα, τα δάχτυλα μιας γυναίκας ανακαλύπτουν τις πτυχές του σώματός της, ξετρυπώνουν τις φωλιές που περιθάλπουν τον έρωτα και την αγάπη.

Υπάρχει η Μαλακία και ο Αυνανισμός .
Πολλοί νομίζουν ότι είναι το ίδιο.
"Οι πολλοί όμως είναι πάντα λάθος",
όπως έχει πει και η Άντζελα Δημητρίου.
Στην πρώτη περίπτωση έχουμε απλά
την έκφραση της σεξουαλικότητας του ατόμου
μέσω της χειροπρακτικής.
Η συνειδητή αυτή έκφραση που πηγάζει
από ανεκπλήρωτες φαντασιώσεις, επιθυμίες,
βίτσια, κλπ. είναι ότι πιο χρήσιμο υπάρχει στον πολιτισμό μας,
γιατί μας προστατεύει από ανεπιθύμητες γεννήσεις,
γνωριμίες, βιασμούς, υπερτροφίες προστάτη, κλπ.
Η δεύτερη περίπτωση, ενώ φαινομενικά μοιάζει,
κατά βάθος διαφέρει σημαντικά από την πρώτη.
Η ειδοποιός διαφορά είναι ο αυνανισμός
μπορεί να πηγάζει από οτιδήποτε.
Ο Αυνάνας, σε αντίθεση με τον Μαλάκα, αυνανίζεται με τα πάντα. Για αυτόν κίνητρο αυνανισμού γίνεται με μεγάλη ευκολία η επικαιρότητα, ο καιρός, τα εμπορικά κέντρα, ένα βότσαλο, ένα φλυτζάνι καφές, ένας ραπιδογράφος, οι γάλλοι διαφωτιστές του 18ου αιώνα, ένας κουτσός γκανέζος φακίρης, κλπ.
Ο Αυνάνας απλά θέλει να αυνανιστεί και θα το κάνει με οποιαδήποτε αφορμή, σε οποιοδήποτε χώρο και σε οποιαδήποτε στιγμή.
Ο Αυνάνας είναι τρομέρα επικίνδυνος για τους γύρω του,
ειδικά για όσους είναι απρόσεκτοι ή χαζεύουν,
γιατί ανά πάσα στιγμή μπορεί να τους λερώσει
με τα κολλώδη εκκρίματά του,
αποτέλεσμα του αδιάκοπου και ακατάβλητου αυνανισμού του.

Γιαυτό να έχετε το νου σας στους Αυνάνες,
ψάξτε λίγο τους γύρω σας και κυρίως,
αν αντέχετε, ψάξτε λιγάκι τον εαυτό σας.

19/10/09

« Αιδοίων Μονόλογοι»


....θυμάμαι κι εγώ τη μέρα που το είδα για πρώτη φορά. Δεν ήταν ένα,ούτε και διακόσια αλλά καμιά τριανταριά ήταν σίγουρα.Η μάνα μου με είχε πάρει μαζί της στο χαμάμ, όπου πήγαινε κάθε βδομάδα με τις γειτόνισσες και θα πρέπει να ήμουν πολύ μικρός,για να μου επιτρέψουν την είσοδο. Ήμουν όμως αρκετά ψηλός, για να φτάνω μέχρι το ύψος του. Όπου κι αν έστρεφα το βλέμμα αντίκρυζα τούφες ξανθές,τούφες μαύρες,καστανές,κατάμαυρες, σαν θάμνοι σε γωνίες από άσπρα βράχια κι ήταν φυσικό να παίζω με ότι έφτανα. Δεν ήξερα ακόμα οτι κρύβανε την είσοδο της σπηλιάς με τους θησαυρούς, ωστόσο θάπρεπε να αισθανόμουν κάτι, γιατί τα ψαχούλευα. Οι γυναίκες γελούσαν όσο έψαχνα. Το πρόσωπο μου βρισκόταν στο ίδιο σημείο με τις πολύχρωμες φούντες τους κι όταν εκείνες με τραβούσαν κοντά τους να με χαιδέψουν,η μύτη μου,το στόμα μου,τα μάτια μου,τα μάγουλά μου έρχονταν σε επαφή μαζί τους. Η εποχή που είχα εκείνο το μπόι ,νομίζω πως ήταν η ωραιότερη και πιο απόκρυφη ερωτικά εποχή της ζωής μου. Δεν ήθελα να παίζω με κοριτσάκια της ηλικίας μου επειδή το πρόσωπο μου ήταν στο ίδιο επίπεδο με το δικό τους, ήθελα πάντα να είμαι με κοπέλες που το μούτρο μου συνέπιπτε να βρίσκονται στον ίδιο παράλληλο του πλανήτη μ'εκείνο το μέρος της γυναίκας, που άκουγα να λένε οι μεγάλοι πως «Όλα στον κόσμο γι'αυτό γίνονται». Δυστυχώς όμως ψήλωνα. Ψήλωνα συνέχεια, ώσπου κάποτε το γατάκι,το κουτάκι,το πουλάκι, το πράγμα, αυτό, χάθηκε τελείως από τον ορίζοντα μου κι έπρεπε τώρα να κατεβαίνω και να το ψάχνω. Εκείνοι που με κατηγορούσαν πως μόνο αυτό σκέφτομαι, είχαν δίκιο, εφόσον εξαφανίστηκε από μπροστά μου, μόνο αυτό σκεφτόμουν... Διαπίστωσα ότι και το εκτεθειμένο στον κόσμο πρόσωπο τους διέθετε όσα και το κρυμμένο μέρος που είχα πρωτογνωρίσει. Μαλλιά, μάγουλα, χείλη, στόμα. Το μόνο που έλλειπε ήταν εκείνο ακριβώς το σημείο που έκανε χαρούμενες τις γυναίκες και σε πολλά μέρη του κόσμου τους το αφαιρούν για να τους αφαιρέσουν τη χαρά και την περηφάνεια τους, η κλειτορίδα. Αυτό εξακολουθούσε να παραμένει καταχωνιασμένο κι όποιος επιθυμούσε να το δει, να το χαρεί και να παίξει μαζί του έπρεπε να κατέβει στο υπόγειο. Ήταν φυσικό λοιπόν να αγαπήσω και το πρόσωπο των γυναικών και να θέλγομαι από αυτό όπως κάποτε με το αιδοίο. Άλλωστε τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του προσώπου τους απεικονίζουν τα εσωτερικά του αιδοίου. Κι όποιος αναφωνεί «ωραίο μουνί», στη θέα μιας όμορφης γυναίκας, άθελα του αυτό λέει.

Αντώνης Σουρούνης-
Προλογίζοντας το βιβλίο
" Αιδοίων Μονόλογοι"


Ιβ Ενσλερ
«Αιδοίων μονόλογοι»
(εκδόσεις Νίκη)



«Αν ντυνόταν το αιδοίο σας, τι θα φορούσε;» «Αν το αιδοίο σας μπορούσε να μιλήσει, τι θα έλεγε με δυο λέξεις;» «Με τι θα παρομοιάζατε τη μυρωδιά του αιδοίου σας;» «Τι χαιδευτικό όνομα έχετε για το αιδοίο σας;» Αυτά είναι μονάχα μερικά από τα θέματα που θίγει η Ηβ Ενσλερ στο Αιδοίων μονόλογοι, που είναι ο καρπός των 200 περίπου συνεντεύξεων που πήρε από γυναίκες απ' όλο τον κόσμο: μια γυναίκα μιλάει για το τριχωτό του εφήβαιου, μία άλλη για τον οργασμό και άλλες για την περίοδο. Μία Βόσνια, θύμα βιασμού, μιλάει για την τωρινή σχέση της με το αιδοίο της, άλλες για το σεξ και την σεξουαλικότητα και η ίδια η συγγραφέας για το θαύμα της γέννας. Η συγγραφέας αποφάσισε ν' ασχοληθεί με το θέμα όταν, όπως λέει η ίδια, "συνειδητοποίησα πως ήμουν «μισή», με το σώμα και το μυαλό μίλια μακριά το ένα απ' το άλλο. Το αιδοίο μου ήταν κάτι μακρινό, «εκεί κάτω», στο βάθος, στον ορίζοντα. Ούτε που περνούσα από κει καθόλου. Το ουσιαστικό θέμα του Αιδοίων Μονόλογοι είναι η σχέση που έχουν τα γεννητικά μας όργανα με το υπόλοιπο σώμα μας, με τον εαυτό μας, με το είναι μας. Και πόσο τελικά έχουν καταστρέψει αυτήν τη σχέση, που είναι από τις πιο πρωτόγονες, φυσικές, και αγνές. Η Ενσλερ αποδεικνύει μέσα από τα γέλια, τα δάκρυα, και τα ρίγη που προκαλεί η ανάγνωση αυτού του βιβλίου ότι το αιδοίο είναι ένα κοινό σημείο συνάντησης για άντρες και γυναίκες... σε πολλαπλά επίπεδα.


Αναδημοσιεύω ένα απόσπασμα από αυτό το βιβλίο. Επέλεξα ένα κεφάλαιο που μου άρεσε ιδιαίτερα :

Το αιδοίο μου τα 'χει πάρει στο κρανίο. Το εννοώ. Είναι έξαλλο.
Το αιδοίο μου είναι έτοιμο να εκραγεί και πρέπει να τα πει για να ξεθυμάνει.
Πρέπει να μιλήσει για όλες αυτές τις παπαριές. Έχει ανάγκη να σας μιλήσει.
Δηλαδή, πως την έχουν δει όλοι αυτοί εκεί έξω - όλοι αυτοί που έχουν βάλει στόχο στη ζωή του να κατεβάζουν όλο και πιο καινούριες ιδέες για το πως θα βασανίσουν το ταλαίπωρο το αιδοίο μου που θέλει μόνο στοργή... Όλοι αυτοί που στύβουν το κεφάλι τους και εφευρίσκουν παρανοϊκά προϊόντα και κατεβάζουν αρρωστημένες ιδέες για το πως θα υποσκάψουν το μουνάκι μου.
Το μουνί που σας πέταγε, ρε !
Τι είναι όλες αυτές οι μαλακίες που προσπαθούν να μας χώσουν εκεί μέσα, για να μας καθαρίσουν - για να μας παραγεμίσουν, για να μας το κλείσουν το μαγαζί;
Ε, λοιπόν, το αιδοίο μου δεν τα κατεβάζει τα ρολά.
Είναι έξαλλο και δεν έχει σκοπό να πάει πουθενά.
Πάρτε για παράδειγμα τα ταμπόν - τι στο διάολο είναι αυτό το πράγμα; Ένα γαμημένο, στεγνό στουπί απο βαμβάκι που το χώνουμε εκεί πέρα. Γιατί δεν βρίσκουνε κάποιο τρόπο να το γρασάρουν κάπως; Μόλις το βλέπει το αιδοίο μου, παθαίνει αμόκ.
Ξέχνα το, μου λέει. Και κλείνει.

Πρέπει να συνεργαστείς με το αιδοίο, να το φέρεις σιγά σιγά σε επαφή με κάτι, να προετοιμάσεις το έδαφος. Κάποιος πρέπει να σας μιλήσει για τα προκαταρκτικά. Πρέπει να το πείσεις το αιδοίο μου, να το αποπλανήσεις, να κερδίσεις την εμπιστοσύνη του. Και πως να το κάνουμε, αυτό δε γίνεται μ' ένα γαμημένο, στεγνό στουπί από βαμβάκι. Σταματήστε να μου χώνετε διάφορα. Σταματήστε να μου χώνετε πράγματα και σταματήστε να προσπαθείτε να μου το καθαρίσετε. Το αιδοίο μου δεν έχει ανάγκη απο καθάρισμα. Μια χαρά μυρίζει κι από μόνο του. Τουλάχιστον έτσι του 'χουν πει.
«Μμμμ, μυρίζει υπέροχα», λέει αυτός. «Μυρίζει υπέροχα». Δε μυρίζει ροδοπέταλα. Μην προσπαθείτε να το διακοσμήσετε. Μην τους πιστεύετε όταν σας λένε οτι μυρίζει ροδοπέταλα όταν κανονικά πρέπει να μυρίζει σαν μουνί. Κοίτα να δεις τι προσπαθούνε να κάνουνε, προσπαθούνε να το καθαρίσουνε, να το κάνουνε να μυρίζει σαν αποσμητικό τουαλέτας ή κήπο. Όλα αυτά τα κολπικά ντους με άρωμα λουλουδιών, βατόμουρου, βροχής. Δε θέλω, ρε, να μυρίζει το μουνί μου σαν βατόμουρα ή σαν τη βροχή. Τι νόημα έχει να το πλύνεις το ψάρι αφού το ψήσεις; Εγώ θέλω να το απολαύσω το ψάρι. Γι' αυτό και το παράγγειλα.
Αυτό είναι η γυναίκα, αυτό είμαι εγώ.
Οι χυμοί μου, παχύρρευστοι και γλιστεροί. Άσε πια αυτές οι εξετάσεις. Ποιος πήγε και τις σκαρφίστηκε; Δεν μπορεί, κάποιος καλύτερος τρόπος θα υπάρχει για να γίνουν αυτές οι εξετάσεις. Γιατί θα πρέπει δηλαδή να φοράμε εκείνο το χάρτινο φόρεμα που σε κάνει ν' ανατριχιάζεις, που σου γρατσουνάει και τα βυζιά και τρίζει όταν πας να καθίσεις, έτσι που νιώθεις σαν ένα τσαλακωμένο χαρτί που κάποιος πέταξε στα σκουπίδια; Και προς τι παρακαλώ τα λαστιχένια γάντια; Και προς τι οι προβολείς που σε κάνουν να νιώθεις σαν να πρόκειται να σε ανακρίνει η Γκεστάπο, και προς τι ο σιδερένιος αναβολέας, ο κρύος και απάνθρωπος κολποδιαστολέας που σου χώνουνε εκεί μέσα; Τι είναι όλα αυτά, πείτε μου; Και πως και οι γυναίκες γυναικολόγοι δε διαμαρτύρονται για όλα αυτά;
Το αιδοίο μου εξοργίζεται μ' αυτές τις επισκέψεις.
Αρχίζει και κρατάει αμυντική στάση, βδομάδες πριν.
Κλείνει ερμητικά και δε χαλαρώνει με τίποτα.
Δε σας τη δίνει όταν λένε «Χαλαρώστε το αιδοίο σας, χαλαρώστε το αιδοίο σας».
Πριτς! Το αιδοίο μου είναι τετραπέρατο - το αιδοίο μου ξέρει τι πρόκειται να γίνει. Να χαλαρώσει για να μπορέσετε να του χώσετε τον παγωμένο κολποδια-στολέα; Ευχαριστώ, δε θα πάρω. Εξέταση, κολπική εξέταση; Πείτε καλύτερα κολπική εκτέλεση για να συνεννοούμαστε. Γιατί δεν μπορούνε να βρούνε ενα όμορφο λαχταριστό μωβ βελούδο για να με τυλίξουνε, μετά να με ξαπλώσουνε πάνω σ' ένα ανάλαφρο βαμβακερό κάλυμμα, να φορέσουνε όμορφα φιλικά ροζ η μπλε γάντια και να ξεκουράσουνε τα πόδια μου σ' έναν αναβολέα που θα είναι καλυμμένος με γούνα; Και ζεσταίνετε και τον κολποδιαστολέα. Συνεργαστείτε με το αιδοίο μου. Αλλά εσείς εκεί, κι άλλα βασανιστήρια - γαμημένα στεγνά στουπιά απο βαμβάκι, παγωμένοι κολποδιαστολείς και βρακιά τάνγκα.
Αυτό κι αν είναι πια το χειρότερο. Βρακιά τάνγκα. Ποιος εγκέφαλος το σκαρφίστηκε πάλι αυτό; Όλο πάνε πάνω κάτω και σε κόβουν στον κώλο και σου χώνονται και στο πίσω μέρος του αιδοίου.

Το αιδοίο πρέπει κανονικά να είναι χαλαρό και να έχει απλά κι όχι να είναι περιορισμένο. Γι αυτό και οι κορσέδες δε λένε. Έχουμε ανάγκη να κινούμαστε άνετα και να απλωνόμαστε και να μιλάμε αδιάκοπα. Τα αιδοία θέλουν άνεση. Να τι να φτιάξετε. Κάτι που να τους προσφέρει ευχαρίστηση. Αλλά σιγά να μην κάνουνε τίποτα τέτοιο. Μη δούνε καμιά γυναίκα να περνάει καλά, ειδικά να τη βρίσκει στο σεξ. Γιατί δε φτιάχνετε ένα όμορφο απαλό βαμβακερό κυλοτάκι με ενσωματωμένο μίνι δονητή; Θα το φοράνε οι γυναίκες και θα τελειώνουν όλη μέρα, θα τελειώνουν στο σούπερ μάρκετ, θα τελειώνουν στο μετρό, θα έχουν ευτυχισμένα αιδοία που θα τελειώνουν όλη την ώρα. Δε θα το άντεχαν με τίποτα να βλέπουν όλα αυτά τα δραστηριοποιημένα, ξαναμμένα, ικανοποιημένα αιδοία που δεν ανέχονται τις μαλακίες του ενός και του άλλου.Κι αντί γι' αυτό, έχουμε και το μαλακισμένο το κωλόχαρτο. Έξαλλη γινόμουνα μέχρι που ανακάλυψα το Κλινέξ Καπιτονέ. Το Κλινέξ Καπιτονέ είναι για το αιδοίο ότι και η μους σοκολάτα στο στόμα. Το Κλινέξ Καπιτονέ είναι απαλό αλλά όχι εύθραυστο, ανθεκτικό, αλλά όχι άγριο. Το Κλινέξ Καπιτονέ σε χαϊδεύει χωρίς να σου κάνει εισβολή. Όχι σαν αυτά που είχαμε παλιότερα - σαν ξυριστικές λεπίδες ήταν αυτές οι μαλακίες. Αλλά ίσως, πάλι, γι αυτό και να έχουμε τους μπιντέδες - σαν αντιστάθμισμα για το χαρτί τουαλέτας, - πρώτα του αλλάζεις τα πετρέλαια και μετά το πας στο νοσοκομείο για περίθαλψη.

Το αιδοίο που έχει μπιντέ είναι ένα ευτυχισμένο αιδοίο.
Ένα υπέροχο ρυάκι νερού μπαίνει μέσα, χοροπηδάει σαν μικρός πήδακας, είναι σα να 'χουν στήσει χορό εκεί πάνω τρυφερές νεράιδες - αυτό μάλιστα,
αυτό είναι ένα ευτυχισμένο αιδοίο.
Αν το αιδοίο μου μπορούσε να μιλήσει, θα έλεγε όσα λέω κι εγώ γι αυτό,
θα μιλούσε και για τα άλλα αιδοία, θα έκανε μιμήσεις άλλων αιδοίων.
Θα φορούσε διαμάντια από το Τίφανις, καθόλου ρούχα, θα ήταν τυλιγμένο στα διαμάντια.
Το αιδοίο μου βοήθησε να λευτερωθεί ένα τεράστιο μωρό. Νόμιζε ότι θα ξανάκανε αρκετές φορές το ίδιο πράγμα. Αλλά δεν πρόκειται να το ξανακάνει.
Τώρα αυτό που θέλει είναι να ταξιδέψει, δε θέλει και πολλές παρέες.
Θέλει να διαβάσει και να μάθει πράγματα και να βγαίνει έξω πιο πολύ.
Θέλει και σεξ. Τρελαίνεται για σεξ.
Θέλει να φτάσει πιο βαθιά. Τρελαίνεται για βάθος.
Θέλει να πάει σε μια αρχαιολογική ανασκαφή και να ξεθάψει την αρχή.
Θέλει καλοσύνη. Θέλει αλλαγή.
Θέλει σιωπή και ελευθερία και τρυφερά φιλιά και ζεστά υγρά και Βαθύ άγγιγμα.
Θέλει σοκολάτα και εμπιστοσύνη και ομορφιά.
Θέλει να ουρλιάξει, θέλει να πάψει να είναι θυμωμένο.
Θέλει να τελειώσει.
Θέλει να θέλει. Θέλει.
Το αιδοίο μου, το αιδοίο μου.
Τι να πω...
Τα θέλει όλα.

Χαλαρώστε
Καλό διάβασμα.



Από τις 22 Οκτωβρίου, σε έναν διαφορετικό χώρο, η Βάνα Μπάρμπα θα μονολογεί για το αιδοίο. Όχι κάποιο συγκεκριμένο, γενικά! Η γνωστή ηθοποιός επαναλαμβάνει, σε μορφή stand up comedy, το «Αιδοίου Μονόλογοι» στο club – restaurant «Dirty Mezzo».

Μαζί με τη Βάνα θα μονολογήσουν περί αιδοίου... οι «ειδικές» επί του θέματος, Θεοφανία Παπαθωμά, Χριστίνα Παππά, Δωροθέα Μερκούρη, αλλά και... η Τιτίκα Σιριγκούλη, που υποθέτουμε ότι θα εκπροσωπήσει τα... αιδοία της τρίτης ηλικίας!

Κι επειδή οι παραπάνω κυρίες δεν είναι αρκετές, έρχεται να προστεθεί στην παρέα τους η Χριστίνα Μπαλτζή και η γνωστή – σύμφωνα με το δελτίο τύπου – Ματούλα (εγώ πάλι νόμιζα ότι με τα μικρά τους ονόματα έχουν μείνει στην καλλιτεχνική ιστορία η Μελίνα και η Αλίκη, τη Ματούλα δεν την είχα υπόψη μου!).

Η παράσταση θα εξελίσσεται με τη βοήθεια και τη συμμετοχή του κοινού, του τραγουδιού και της live μουσικής.

Και όλα αυτά... στο «Dirty Mezzo», το γνωστό «Mezzo-Mezzo» της Λ. Συγγρού, που μετατρέπεται στο πιο πρωτότυπο club-restaurant της πόλης, συνδυάζοντας live μουσική, Dj, θεατρική μουσική σκηνή και ιταλικό εστιατόριο.

Ταμπού επί τάπητος, γυναικεία σεξουαλικότητα στη φόρα και τρανσέξουαλ «μεζεδάκια». Και όλα αυτά δίπλα σε μια «Βρώμικη (στο μυαλό και μόνον) πίτσα». Ιδού το περιββάλλον που επιλέγει να αυτοσχεδιάσει και να δημιουργήσει, με χιούμορ, σαρκασμό και φαντασία η Βάνα Μπάρμπα.

Τη δική της αλήθεια θα καταθέτει και η τρανσέξουαλ Καρλότα, που «αφού μεταμορφώνεται σε περιζήτητο θηλυκό συνειδητοποιεί το λάθος της». Την παρέα συμπληρώνει ο τραγουδιστής Γιώργος Αξάς και η ορχήστρα του, η house μουσική, η κλαμπίστικη διάθεση και οι «βρώμικες» πίτσες που θα πηγαινοέρχονται. Το όλο εγχείρημα διευθύνουν οι Νίκος και Γιώργος Γιγουρτάκης.

Οιονεί ποίημα

Λαθρεμπόριο, γιατρέ μου, ιδεών
λαθρεμπόριο αισθημάτων.
Έκλεισα τα εξήντα κι είμαι παρών:
έτοιμος προς εκποίησιν των τραυμάτων.
Ξόδεψα τη νοσταλγία των ουρανών
βγήκα με ψευδώνυμο στο κυνήγι.
Διαπρεπής στοχαστής, σώφρων,
πλην όμως η πελατεία μου λίγη.


ΜΑΡΚΙΔΗΣ ΜΑΡΙΟΣ

17/10/09

Ο μπλογκεράς κι η μπλογκερού


Μετά την εξαφάνιση παραδοσιακών επαγγελμάτων όπως ο μυλωνάς και η μυλωνού, τη θέση τους καταλαμβάνουν, συν τω χρόνω, νέες, πρωτότυπες ενασχολήσεις, όπως αυτή του μπλογκερά και της μπλογκερούς, μια ακόμα ένδειξη των ταχύτατων αλλαγών που συντελούνται αθόρυβα στην ελληνική κοινωνία, αλλοιώνοντας δραματικά τον παραδοσιακό χαρακτήρα της.

Ο μπλογκεράς κι η μπλογκερού είναι όντα μονήρη, καλωδιωμένα, αυτοαναφορικά, ημιμαθή, προοδευτικά, γλωσσομαθή, ευαίσθητα, με αυξημένη εκτίμηση στην κρίση τους και στις προσωπικές τους εμπειρίες, τις οποίες και επεξεργάζονται εξαντλητικά, προετοιμάζοντας το επόμενο post. Μπορεί να μην έχουν παντελόνι να φορέσουν, έχουν όμως πληκτρολόγιο. Και είναι φουλ από ιδέες.

Ο μπλογκεράς κι η μπλογκερού δεν έχουν πατέρα, μάνα, συγγενείς, φίλους, εραστές, με την έννοια ότι τα περισσότερα απ’ αυτά τα πρόσωπα τα υποκαθιστά θαυμάσια το ίδιο το blog και οι σχέσεις που αναπτύσσει ο ιδιοκτήτης με το συνάφι του.
Ως χαρακτηριστικό αυτής της περίπτωσης υποκατάστασης, μπορούμε να αναφέρουμε πρόχειρα το γεγονός ότι, όταν ο μπλογκεράς κι η μπλογκερού γιορτάζουν, δεν ενδιαφέρονται τόσο αν τους θυμήθηκε η ίδια τους η μάνα όσο το αν πέρασε να τους ευχηθεί ο talos ή ο kukuzelis, το λεγόμενο βαρύ πυροβολικό των blog, οι ευχές των οποίων προσδίδουν άλλη αίγλη στα σχόλια• εμπεδώνεται, έτσι, ο ιδιοκτήτης τους στο συλλογικό ασυνείδητο της μπλογκόσφαιρας ως «εκλεκτός» ή «κεχρισμένος» από την «παλιοσειρά», κάποιου τύπου πιστοποιητικό εγκυρότητας των γραφομένων του.

Είναι σαφές ότι ο μπλο κι η μπλου, έχουν ως αποκλειστική ενασχόληση την ανελέητη κριτική της επικαιρότητας, με ταυτόχρονο σχολιασμό του Παντός. Εστιάζουν κυρίως στο τηλεοπτικό ή ευρύτερα δημοσιογραφικό τοπίο, αλιεύοντας μαργαριτάρια δεξιά κι αριστερά, ενώ η εκκλησιαστική ιεραρχία και δευτερευόντως ο πολιτικός κόσμος δέχονται καθημερινά την διεισδυτική, ενδελεχή κριτική τους. Δεν τους ξεφεύγει ασχολίαστη, αποστροφή του αρχιεπισκόπου ή εκφραστικό ολίσθημα του πατρός Επιφάνειου.

Και ενώ ο καθημερινός άνθρωπος ζει τη ζωή του απλά, αγοράζει μια τυρόπιτα, διαβάζει μια εφημερίδα στο περίπτερο και χαζεύει τα φύλλα των δέντρων να πέφτουν, ο μπλο κι η μπλου καιροφυλακτούν, διαβλέποντας πίσω από κάθε ασήμαντο γεγονός ένα πιθανό post. Είναι, κατά μία έννοια, οι παπαράτσι του αοράτου*. Η παρατηρητικότητά τους οξύνεται σταθερά. Θα γράψω για τα φύλλα που πέφτουν, αναφωνεί ξαφνικά.(μέσα του)

Στήνεται αργότερα στην οθόνη και ξεκινά:
«Σήμερα χάζευα τα φύλλα να πέφτουν».

Δεν του αρέσει. Το ξαναγράφει με απλότητα και ζωντάνια:
«Τόσα φύλλα στη μέση του δρόμου, ρε γαμώτο. Το καλοκαίρι ξεψυχά!»

Δεν του αρέσει. Αλλάζει κατεύθυνση:
«Έξι μήνες είναι πια ο Κωστάκης μας στην εξουσία και τα φύλλα στους δρόμους δεν αξιώθηκε να τα μαζέψει. Η Ντόρα κοιτάζει πότε πότε από το παράθυρο ή κάθεται κλεισμένη στον πύργο της;»

Ούτε έτσι του αρέσει. Καταφεύγει στους Doors.

Summer almost gone
Summer almost gone
Where will we be
When the summer’s gone?

Αυτό είναι, λέει τελικά και το στέλνει με καμάρι. Ύστερα φυλάει καραούλι. "Λες να αρέσει;" αναρωτιέται, Περιμένει σαν ινδιάνος. Ανά τέταρτο ανοίγει και κοιτάει. Κάποια στιγμή βλέπει: Σχόλια 5. "Ω ρε μάνα μου, αρέσει!" σκέφτεται. Ύστερα μονολογεί: «γαμώτο», τα τρία είναι του ίδιου που τα θυμήθηκε ένα ένα, το άλλο είναι του κολλητού μου που πάντα με σχολιάζει. Σκατά. Τίποτα δεν έχω. Δεν αρέσει!".

Ύστερα τρέχει να δει τι γράψανε άλλοι μπλο και μπλου. Διαβάζει σε τίτλους:
Η Δόμνα Σαμίου και το τέλος του καλοκαιριού.
κι από κάτω: σχόλια 24.
«Ω ρε μάνα μου, τι γίνεται εδώ μέσα;» σκέφτεται πικραμένος, η.

Είναι απορίας άξιο πώς οι μπλο και μπλου βγάζουν το ψωμί τους, καθώς ζουν και αναπνέουν μόνο για να μελετούν τα blog των άλλων, να ακολουθούν τις παραπομπές τους, να εμβαθύνουν, να σχολιάζουν, να διαβάζουν απαντήσεις στα δικά τους σχόλια ή σε σχόλια τρίτων, που με τη σειρά τους σχολιάζουν άλλα σχόλια, άλλων μπλογκεράδων. Γενικά οι μπλο και μπλου σχολιάζουν ό,τι περάσει από τα μάτια τους γιατί στόχος τους είναι ακριβώς αυτό: να αυξηθεί ο όγκος της φλυαρίας στο δίκτυο.

Είναι σίγουρο ότι εργάζονται κάπου (ή είναι φοιτητές), αλλά αφενός βρίσκονται πάντα δίπλα σε ανοιχτό υπολογιστή ώστε να ελέγχουν ανά μισάωρο την ανταπόκριση και αφετέρου δεν φαίνεται να κατέχουν θέσεις υψηλής ευθύνης. Αν τύχει δε και απομακρυνθούν από την αγαπημένη τους οθόνη (λόγω μιας σύντομης εκδρομής πι χι), αναπτύσσουν έντονα στερητικά σύνδρομα. Περπατώντας στο βουνό και ενώ η παρέα ψάχνει για ταβέρνα με ξυλόσομπα, εκείνοι αναρωτιούνται μυστικά: «ο ήλιος πάει να δύσει, πόσα σχόλια να έχω άραγε;»

Υπάρχει και η κατηγορία του μπλογκερά-μέρμηγκα. (Μέχρι τώρα δεν έχει εμφανιστεί η κατηγορία μπλογκερού-μυρμήγκω.) Είναι ο ακούραστος χειρούργος του δικτύου, ο οποίος δουλεύει κυρίως με το ηλεκτρονικό τοπίο σε βαθμό εξαντλητικό. Ο αναγνώστης των blog αυτών καλείται να κατεβάσει ημερησίως ένα (διασκεδαστικό) MP3, να διαβάσει πέντε, δέκα, είκοσι, ξενόγλωσσα πολιτικά άρθρα για την πετρελαϊκή κρίση στην παγκόσμια αγορά, ή να φορτώσει ένα (διασκεδαστικό) παιχνίδι σε εννιά, μόλις, λεπτά. Ανοίγοντας τα σχόλια αυτών των blog, ενδέχεται να βρεθείς εν μέσω πυρών σχετικά με τη στάση των ελλήνων ιεραποστόλων στην Αφρική στο ύστερο Βυζάντιο- εννέα στις δέκα φορές καταλαμβάνεσαι από τον πανικό της αμάθειας.

Από εκεί και πέρα συναντά κανείς καταχωρίσεις υψηλής βιρτουοζιτέ. Ανακαλύπτουμε εδώ κι εκεί ανέκδοτες ποιητικές συλλογές ή συλλογές διηγημάτων (αλλά και νουβέλα, δοκίμιο, χρονογράφημα, ευθυμογράφημα), εκλαϊκευμένη φιλοσοφία, ψυχανάλυση για αρχαρίους, επιστημοσύνη, πολιτικό μανιφέστο, οικονομική ανάλυση και πολύ, πάρα πολύ linux. Υπερτερεί, σαφώς όμως, ο προσωπικός αναστοχασμός των πεπραγμένων της ζωής, ένα λεπτό άρωμα νοσταλγίας που επικάθεται πάνω στα post, μετατρέποντας το blog σε ένα σεντούκι με παλιές δαντέλες.

Τι τα θες, τι τα γυρεύεις. Ο μπλογκεράς κι η μπλογκερού, είναι κι αυτοί πλάσματα ευάλωτα, που αντί για πένα και στυπόχαρτο διαθέτουν έναν πιο σύγχρονο τρόπο να φωνάζουν καθημερινά πόσο πολύ θέλουν οι άλλοι να τους αγαπούν.

Και με αυτόν τον ωραίο συναισθηματικό τόνο, με αυτή την ξαφνική ανατροπή της διάθεσης, λέω να κλείσω την απεραντολογία μου περί μπλο και μπλου, αφού κι εγώ αποτελώ κομμάτι της ίδιας κουλτούρας, σάρκα από τη σάρκα της και δεν είναι ούτε ηθικά σωστό ούτε ωφέλιμο να παίρνω αποστάσεις.

Γι αυτό, υπομονετικέ αναγνώστη μου, και ως εξιλέωση, έγραψα ένα ποίημα που καταφεύγει σε κλασικές, μελό ευκολίες, ώστε να φανεί ξεκάθαρα πόσο ο ψύχραιμος συντάκτης του κειμένου που μόλις διάβασες, δεν είναι παρά ένα απλό, καθημερινό παιδί, γεμάτο κλισέ ευαισθησίες και πασέ στιχουργική. Κι έτσι φτάνουμε και πάλι στην ανάγκη μας για αγάπη, που λέγαμε, ας μη γινόμαστε κουραστικοί.

Ο μπλογκεράς κι η μπλογκερού
κάτι δραπέτες του εαυτού,
μες την οθόνη του μυαλού τους
γράφουν τραγούδια του καϋμού τους.

Ο μπλογκεράς κι η μπλογκερού
σκόνη και πάθος του ουρανού,
μικρό παιδί που χάθηκε
βαρκούλα που ξεχάστηκε

και πλέει μισοπέλαγα, δίχως κουπιά,
στα πέρατα
του κόσμου μας που γέρασε
ζωής που μας προσπέρασε.

Άντε. Τα μαντηλάκια σας, και για ύπνο τώρα, tough bloggers!

Διασκευή φράσης του Τζ.Μ.Κούτσι, από το βιβλίο του Ελίζαμπεθ Κοστέλο

14/10/09

Ε.Σ.Υ.


ενα μηλο
την ημερα
τον γιατρο
τον κανει περα


Του είπε

Μάθε με να επιπλέω

να μην φτάσω στον βυθό.

και ο φελλός της απάντησε

Αγκάλιασε με.

και βούλιαξαν μαζί.

13/10/09

Σκορπώ και μαζεύομαι


Mοιάζεις με ντέφι ζωγραφιστό
μοιάζω με πίθηκο
βρίζεις και απλώνεσαι σαν τρέλα
σκορπώ και μαζεύομαι σαν πραγματικότητα
με μουτζώνεις και γελάς
σε τσιμπώ και βρυχάω
σκίζεις τις ζωγραφιές σου
σπουδάζω με τις αιτίες του κακού
συνορεύεις με την Κόλαση
δηλητηρίασα τους γείτονες μου
κουρδίζεις τις κιθάρες
γυαλίζω τα τύμπανα
συλλέγεις ευαίσθητες (ατυχείς) στιγμές
ανήκω στην συλλογή σου
αντανακλάς την ευτυχία
μαλώνω με τα φεγγάρια
αγαπάς

10/10/09

Μπαλάντα της δασκάλισσας όλων των γενεών


— M’ έχει βαρύνει το ποτό κι απόψε.
Αυτή ’ναι η τελευταία μου παρτίδα.
— Δώσε μου τα χαρτιά. Μοιράζω. Κόψε.
Τσιπ. — Κι εκατό. — Κι άλλα εκατό. — Τα είδα.
— Διαβάσατε τί γράφει η εφημερίδα ;
Σκοτώσαν τη Γαβριέλλα· βράδυ Τρίτης.
Έφυγε για να βρει κι αυτή πατρίδα.
Να πάει στους ουρανούς με το μουνί της.

— Την πήδηξα. . . λοιπόν, το εξηνταδύο.
— Πεντακόσια. Για σκέψου, ήμουν παιδάκι
τότε. — Θα μπω. Σκαστός από τ’ Ωδείο
( η μάνα επέμενε να πάω )∙ λιγάκι
δείλιασα όταν πρωτόειδα το φωτάκι
κόκκινο και μουντό. Μα το κορμί της. . .
Θεέ μου, τώρα το λιώνει το σαράκι.
Μα ας πάει στους ουρανούς με το μουνί της.

— Εμπρός, συγκεντρωθείτε. Ανοίγω φύλλο.
— Πάσο. Κι εγώ το πρώτο μου γαμήσι
το ’κανα στης Γαβριέλλας. Μ’ έναν φίλο
τον Πέτρο. — Ρέστα μου. — Την έχεις στήσει.
Πάσο ταχέως. — Τα βλέπω. Κάποια δύση
την πήρα, του πενήντα. Νά, η μορφή της !
και ντάμες τρεις. Καρέ. Σ’ έχω κερδίσει.
Θα πάω στους ουρανούς μες στο μουνί της.

Κυρά των εκκλησιών και των μπουρδέλων,
σεβάσου την αρχόντισσα Γαβριέλλα∙
κι ευδόκησε στις τάξεις των αγγέλων
ν’ αριθμηθεί. Ως λαλεί μικρός προφήτης
και καταπαύει την επίγεια τρέλα,
να πάει στους ουρανούς με το μουνί της.

HΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ

9/10/09

Το χρώμα του φεγγαριού


– Τι χρώμα έχει η λύπη; Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά. Δεν άκουσες; Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη;
– Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγκαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλε.
– Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
– Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
– Τί χρώμα έχει η χαρά;
– Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.
– Και η μοναξιά;
– Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.
– Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.
– Το αστέρι έκλεισε τα μάτια του και ακούμπησε στο φράκτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.
– Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;
– …Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού, απάντησε το δέντρο.
– Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
– Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.
– Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε το αστέρι… Κοίταξε μακριά στο κενό… Και δάκρυσε …
Ζω…
– Δε φοβάσαι που θα πεθάνεις;
– Σήμερα πάντως ζω! Σου σφίγγω τα χέρια, σε κοιτάζω στα μάτια. Μην αφήνεις ποτέ σου το σήμερα να μαραίνεται. Μην αφήνεις τη ζωή να χάνεται σαν την άμμο μέσα από τα δάκτυλά σου. Ζήσε. Κατάλαβες; Ζήσε! Μη βάζεις το σήμερα ενέχυρο σ' αυτό που εννοούνε μερικοί μουχλιασμένο Αύριο. Το Σήμερα είναι δικό σου, φίλε. Αγάπησέ το!
Συγχωρώ!
– Δίνε το χέρι σου στον άλλο χωρίς να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει. Να πιεί μια γουλιά νερό. Σ' αυτό τον κόσμο, παλικάρι, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη στην απόγνωση. Κι εσύ, θα 'ρθουν φορές που θα τα κάνεις θάλασσα στη ζωή σου. Ε! Δε θα σημάνει ποτέ γι' αυτό το τέλος του κόσμου! Εγώ είμαι γέρος, κι ακόμα κάποιες φορές τα κάνω θάλασσα. Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Άντε στην υγειά σου!
Ελπίζω!
– Μην πικραίνεσαι, είπε. Και βούρκωσε. Είναι όμορφη η ζωή. Πίστεψε με. Αξίζει να τη ζει κανείς, έστω κι αν κάποτε γεμίζει πληγές. Σε νιώθω. Λες να μην τα ξέρω όλ' αυτά; Μα να θυμάσαι πάντα, φιλαράκο, πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Δε σταματάει πουθενά η ζωή. Μη σε μπερδέψουνε κάτι κακομοίρηδες, που σφίγγουν σαν το παραδοσάκουλο της ψυχής τους. Κι ο άνθρωπος σαν τα δέντρα είναι. Ανθίζει, κάνει καρπούς, μαδάει, και πάλι από την αρχή. Τώρα έχεις φουρτούνα εσύ, και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Φύλαξέ τα όμως στο μυαλό σου αυτά που ακούς. Δεν σου κάνω το δάσκαλο. Ένας γερο-ξεκούτης είμαι. Μα αυτά τα πράγματα έτσι γίνονται. Το ξέρω καλά. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Κανείς δεν μπορεί να σε κρατήσει.
Προχώρα όρθιος όμως. Έτσι;
– Αύριο θα 'ναι μια καινούρια μέρα, αγόρι μου. Πλύσου, χτενίσου, ψιθύρισε ένα τραγουδάκι και ξεκίνα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο να σου πω. Έζησα τόσα χρόνια σ' αυτή τη γη. Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου. Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι. Αξίζει να ζεις μέσα στη γυάλα, από φόβο μην πληγωθείς; Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα. Κι όταν τσακίζεσαι, να 'χεις το θάρρος να λες «Με γεια μου με χαρά μου». Φτου κι από την αρχή τώρα. Όχι κακομοιριές και κλαψούρες. Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν την ζεις. Όταν κυλιέσαι μαζί της. Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα. Κράτα της αναμνήσεις σου και προχώρα… Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ' αυτό το κόσμο. Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και γης. Άντε να πιούμε και το τελευταίο. Έχω να σηκωθώ νωρίς αύριο. Πρέπει να κλαδέψω τις τριανταφυλλιές. Αλλιώς, πώς θα θυμάμαι το χαμόγελο αυτηνής της κακούργας της Μελπομένης;
Ποιός είναι ο δυνατός;
– Ποιός είναι ο δυνατός; Ρώτησε ξαφνικά το δέντρο.
– Αυτός που περπατά μέσα στη νύχτα μόνος του. Κι όμως, φοβάται τόσο το σκοτάδι. Αυτός που περιμένει στην πλαγιά τους λύκους. Κι ας τρέμει σαν το λαγό ακούγοντας τα ουρλιαχτά τους. Αυτός που γλιστράει, που γονατίζει, που γεμίζει λάσπες. Που χώνεται στο θολό ποτάμι ως το λαιμό. Και μια στιγμή, μέσα στο χαλασμό, απλώνει τα παγωμένα χέρια του, κόβει κίτρινες μαργαρίτες και στολίζει τα μαλλιά του. Αυτός είναι ο δυνατός.
Ένα κουκούλι έπεσε κείνη την ώρα στο χώμα κι έσπασε. Μια πολύχρωμη πεταλούδα πήδηξε από μέσα. Ξεδίπλωσε τα φτερά της και πέταξε γύρω από τις μυρτιές. Ύστερα κοντοστάθηκε, κοίταξε μια στιγμή στα μάτια το Θεό, και ψιθύρισε:
– Γεια σου! Τι όμορφος που είναι ο κόσμος σου!
«Πρόσεξε μην ξεχάσεις ποτέ πως η ζωή αγαπά αυτούς που την περιμένουν στη γωνία του δρόμου μ' ένα λουλούδι στο χέρι. Μπορεί να γονατίζεις, να σέρνεσαι, να ματώνεις. Ωραία! Δε χάλασε ο κόσμος. Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους. Έχεις πάντα το καιρό να σηκωθείς. Τ' αγάλματα μόνο δε λυγάνε».
Ονειρεύονται… και ελπίζουν…
– Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή, είπε το δέντρο στ' αστέρι του.
– Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.
– Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.
– Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά, που είναι ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.
– Όμορφη βραδιά απόψε. Άκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!
Σε λίγο θα βγει ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα. Και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι. Και ονειρεύεται…
– Σε λίγο θα ξημερώσει… Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι. Και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι. Κι ονειρεύονται…

Ονειρεύονται και ελπίζουν…

Αλκυόνη Παπαδάκη