Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνικοι οργασμοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνικοι οργασμοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20/7/10

Η «μπουρδελότσαρκα» του Σωκράτη

"Ο χρόνος την ιστορία σου στα χρόνια την ξεδιπλώνει ….και η μοίρα , από τις σκέψεις σου την ιστορία πλέκει .Όσο και αν η ψυχή σου ζητάει να ζωγραφίσει αυτό που για αλήθεια θα ήθελες να είναι !Κατά λάθος το χέρι , τον πίνακα χαλάει..."



Είρων με τη ζωή είρων με το θάνατο, είρων με τους πολλούς και είρων προς τον εαυτό του, ο «αγνωστικιστής» Σωκράτης ας είναι πάντα ένα πρότυπο αξίας. Ποιος είπε ότι δεν ήταν ένας συνεπής αναρχικός και πλέρια δημοκράτης;

Δεν θα επεκταθώ στη φιλοσοφία του περί της αρετής, θα σταθώ όμως σε μια ανθρώπινη πλευρά του, αναφέροντας ένα περιστατικό βάσει του οποίου αξίζει από μια άλλη διάσταση η φιλοσοφία.

Κάποτε, έπεσε «σύρμα» στο Σωκράτη και την παρέα του ότι έκανε το ντεμπούτο της μια νέα όμορφη εταίρα, η Θεοδότη, και αποφάσισαν να πάνε να τη δούνε.
Τα συμβάντα προκύπτουν από το 11ο κεφάλαιο «Σωκράτης και Θεοδότη» του 3ου βιβλίου των απομνημονευμάτων του Ξενοφώντα.

Ο Σωκράτης και η παρέα του, λοιπόν, φθάνουν στο σπίτι της, όπου τη βλέπουν να κάθεται στον κήπο, να τη ζωγραφίζει ένας ζωγράφος και τις θεραπαινίδες γύρω της να τη φτιάχνουν και να τη στολίζουν.

Οπότε, μπαίνει μέσα ο Σωκράτης και οι φίλοι του, που πρέπει να ήταν μαζί του άλλα 4 άτομα: Ο φίλος του Αντισθένης κατοπινός ηγέτης της κυνικής σχολής και μελλοντικός δάσκαλος του Διογένη, ο γλύπτης Απολλόδωρος παιδικός φίλος του μάλλον από τα παλιά τότε που λάξευε και αυτός μάρμαρα στη μετώπη του Παρθενώνα, και οι Κέβης και Σιμίας, δυο μαθητευόμενοι φιλόσοφοι από τη Θήβα, σύνολο δηλαδή 5 νοματαίοι. Η Θεοδότη τους αγνοεί επειδικτικά, ειδικά από τον κακομούτσουνο και ξυπόλητο Σωκράτη, μέχρι που ανοίγει το στόμα του.

Προσέξτε τη στιχομυθία.

Ο Σωκράτης, τη στιγμή που τον «σνομπάρει» η Θεοδότη, αποτείνεται στους φίλους του με τρόπο που τον ακούει εκείνη: «Αγαπημένοι μου φίλοι – τους λέει – μήπως είναι πιο σωστό αντί να μας ευχαριστεί η οπτασία την οποία έχουμε μπροστά στα μάτια μας, να την ευχαριστήσουμε εμείς;» «Μμμ, ναι, ναι, βέβαια…» θα μουρμούρισαν εκείνοι – οπότε συνεχίζει -

«Για να την ευχαριστήσουμε όμως πρέπει να την ωφελήσουμε και για να γίνει αυτό πραγματικότητα πρέπει να την αναφέρουμε όσο το δυνατόν σε περισσότερους άνδρες.

Αλλά για να είμαστε πειστικοί πρέπει να είμαστε αληθείς, που σημαίνει ότι θα πρέπει να μας επιτρέψει να αγγίξουμε αυτά που βλέπουμε και να φύγουμε από εδώ όσο το δυνατόν γίνεται περισσότερο ερεθισμένοι.
Δηλαδή, θα πρέπει να μας αφήσει να την κανακέψουμε και να αποδεχθεί ευχάριστα το κανάκεμά μας». Η Θεοδότη, που εν τω μεταξύ είχε ξεμπερδέψει με το ζωγράφο, πλησίασε και είπε: «Εντάξει, θα σας παράσχω την ευγνωμοσύνη μου έμπρακτα, γιατί αφού εσείς θέλετε το καλό μου, φυσικό είναι κι εγώ να σας παράσχω καλοσύνη».

Ο Σωκράτης, βλέποντάς την πολυτελώς ντυμένη και γενικώς παρατηρώντας τη χλίδα που υπήρχε γύρω της, τη μάνα της και τις υπηρέτριες όλες πλουσιοπάροχα ενδεδυμένες, λέει:
«Πες μου, αλήθεια,. Θεοδότη, έχεις κάποια σπίτια, χωράφια ή δούλους τεχνίτες που σου δίνουν τη δυνατότητα να ζεις με αυτό τον τρόπο»;
«Όχι, δεν έχω τίποτα από όλα αυτά, γιατί όταν κάποιος γίνεται φίλος μου, με ευεργετεί γι’ αυτό το λόγο. Έτσι κερδίζω τη ζωή μου».

Και ο Σωκράτης συνεχίζει: «Πράγματι, αυτό που κάνεις είναι πολύ πιο αποδοτικό από το να έχεις ένα κοπάδι κατσίκες, πρόβατα η βόδια. Αλλά πώς τα καταφέρνεις;
Το αφήνεις αυτό στην τύχη ή έχεις κάποιο συγκεκριμένο τρόπο, μηχανεύεσαι δηλαδή κάποιο τέχνασμα για κάθε περίπτωση;» «Όχι, δεν μηχανεύομαι τίποτε, ούτε έχω κάποιο συγκεκριμένο τέχνασμα», του λέει η θεοδότη. «Δηλαδή, είσαι σαν τις αράχνες που υφαίνουν έναν ιστό και ότι πέσει μέσα, μύγες και κουνούπια;
Καλά, δεν είσαι επιλεκτική, Δεν ρυθμίζεις τα πράγματα όπως εσύ τα θέλεις;» «Και τι να κάνω»; Του απαντά εκείνη. «Καλά, δεν βλέπεις ότι όσοι κυνηγούν χρησιμοποιούν για το κάθε θήραμα συγκεκριμένο τρόπο;

Για παράδειγμα, αυτοί που κυνηγούν λαγούς έχουν ειδικά σκυλιά, άλλα για την ημέρα και άλλα για τη νύχτα. Επίσης, γνωρίζοντας τα περάσματα των λαγών στήνουν κατάλληλα τα δίχτυα τους ώστε να πέφτουν μέσα. Το κάθε πράγμα θέλει συγκεκριμένη τεχνική».
«Και ποια δίχτυα έχω εγώ;» ρωτάει η Θεοδότη. «Ένα και μόνο δίχτυ έχεις – της απαντάει ο Σωκράτης – το οποίο είναι μάλιστα πολύ όμορφα πλεγμένο. Αυτό είναι το κορμί σου. Μέσα όμως στο κορμί υπάρχει η ψυχή, η οποία πρέπει να σε καθοδηγεί στο τι θα κάνεις για να το αξιοποιήσεις.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το πως θα ευχαριστείς αυτόν που έχει για σκοπό την απόλαυσή του. Και να τον φροντίζεις για να είναι φίλος σου και να σε φροντίζει. Και όχι με τα λόγια αλλά με τα έργα κτίζονται οι φιλίες, οι οποίες μάλιστα είναι τόσο πιο αρραγείς όσο οι φίλοι μένουν αμφότεροι ευχαριστημένοι. Και αυτό συμβαίνει όταν προσφέρεται ο ένας στον άλλο αγνά και φυσικά».

«Μα το Δία – λέει εκείνη – τίποτε από όλα αυτά δεν κάνω». «Και όμως – συνεχίζει ο Σωκράτης – είναι πολύ σημαντικό να προσφέρεται ο ένας στον άλλον σωστά και φυσικά.
Γιατί με τη βία, το ζόρι και τον εξαναγκασμό δεν μπορείς να αποκτήσεις ούτε να διατηρήσεις φίλους, ενώ με το δόσιμο την ευχαρίστηση και την ηδονή ακόμα και ένα θηρίο μπορεί να το κάνεις να μένει δίπλα σου και να σε παραστέκει. Έτσι δεν είναι»;
«Βεβαίως έχεις δίκιο….» μουρμουρίζει εκείνη. «Επομένως – συνεχίζει ο Σωκράτης – πρέπει να αποζητάς την φιλία αυτών που έχουν τη διάθεση να γίνουν φίλοι σου για να σε βοηθήσουν και να νοιάζεσαι γι’ αυτούς και να τους να το ανταποδίδεις, κάνοντας με τη σειρά σου ευεργεσίες, και μάλιστα με το πάρα πάνω.

Γιατί έτσι οι φίλοι θα μείνουν για πάρα πολύ καιρό κοντά σου και θα σου προσφέρουν με τη σειρά τους ακόμη μεγαλύτερες ευεργεσίες. Και θα τους έθελγες με τον καλύτερο τρόπο σε αυτό αν τους προσέφερες τις υπηρεσίες σου όταν είναι στην ανάγκη, όπως φίλος παραστέκεται σε φίλο ασθενή.

Γιατί μη υπαρχούσης της ανάγκης, τις χάρες σου δεν θα τις εκτιμήσουν, πολύ δε μάλλον περισσότερο όταν δεν είναι πεινασμένοι. Γιατί στον χορτάτο αν του δώσεις φαγητό, μέχρι και αποστροφή αυτό μπορεί να του προκαλέσει».
«Και τι να κάνω – λέει η Θεοδότη – πώς μπορώ να προκαλέσω την πείνα, το ενδιαφέρον στους υποψήφιους φίλους μου;»
«Θεοδότη μου, είναι απλό. Κατ’ αρχάς, ούτε να προσφέρεσαι αλλά ούτε να προκαλείς αυτούς που είναι χορτασμένοι. Και όταν προκαλείς αυτούς που πρέπει, οφείλεις να συμπεριφέρεσαι ανάλογα, δηλαδή, από τη μια να φαίνεσαι ότι θέλεις να ενδώσεις και από την άλλη να ξεγλιστράς μέχρι να σε επιθυμήσουν όσο γίνεται περισσότερο.
Γιατί έτσι θα υπερέχουν αυτά που θα δίνεις, ενώ αν τα δίνεις διαφορετικά θα έχουν μικρή ανταποδοτικότητα και δεν θα πιάνουν τόπο».
«Πράγματι, μιλάς πολύ σωστά, Σωκράτη. Πες μου αλήθεια, θα ήθελες να με βοηθήσεις, να μου συμπαρασταθείς στο κυνήγι φίλων;»
«Ίσως – της απαντάει εκείνος – εάν και εσύ με τη σειρά σου με πείσεις ότι αξίζει αυτός ο κόπος». «Και τι να κάνω, πώς μπορώ να σε πείσω,»;
«Κοίτα καλή μου, εσύ θα ψάξεις να βρεις τον πιο κατάλληλο τρόπο, αν πράγματι με έχεις ανάγκη». «Εν τάξει Σωκράτη, μπορείς να έρχεσαι να με επισκέπτεσαι στο σπίτι μου ελεύθερα, όποτε θέλεις» του λέει η Θεοδότη, εννοώντας την ανταλλαγή εις είδος του εμπορεύματος και φυσικά το τσάμπα.

Ο Σωκράτης όμως δεν σταματά, και αυτό τον κάνει πραγματικά μεγάλο.
Πάει να της πάρει και το βρακί. Συνεχίζει: «Ξέρεις, μου είναι πάρα πολύ δύσκολο να σε αναλάβω, γιατί είμαι πιεσμένος σε χρόνο. Είμαι πνιγμένος από τις πολλές δημόσιες υποχρεώσεις μου και από τις ιδιωτικές υποθέσεις φίλων που δεν μου επιτρέπεται να τους εγκαταλείψω. Γιατί πολλοί μου έρχονται να τους αναλάβω, να τους μάθω κόλπα μαγικά, τσιριτζλάτζουλες και σχετικά τερτίπια».
«Καλά, ξέρεις και από τέτοια, Σωκράτη;» τον ρωτά με περιέργεια. «Ε, γιατί νομίζεις ότι δεν ξεκολλάνε από κοντά οι φίλοι μου, οι οποίοι ειρίστω εν παρόδω είναι πολύ αξιόλογοι άνθρωποι, όπως από εδώ ο Απολλόδωρος και ο Αντισθένης που δεν με αφήνουν να κάνω βήμα, και ο Κέβης και ο Σιμίας που μάλιστα έρχονται από τη Θήβα; Αυτά τα πράγματα δε γίνονται χωρίς κόλπα μαγικά, τζιριτζάτδουλες και ανάλογα τερτίπια».
«Μάθε μου τότε κι εμένα μερικά και για του σου λόγου σου το αληθές πρέπει να θέλξω πρώτα εσένα».

«Θα κάνω ότι μπορώ, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι σωστό να έρχομαι εγώ σε εσένα, αλλά εσύ που μου το ζητάς πρέπει να έρχεσαι σ’ εμένα. Αυτό δεν είναι το πρέπον;». «Έχεις δίκιο, Σωκράτη, εγώ πρέπει να έρχομαι στο σπίτι σου, σε παρακαλώ μόνο να με δέχεσαι». «Και βέβαια θα σε δέχομαι, Θεοδότη μου, αρκεί να μην έχω μέσα κάποια πιο αξιαγάπητη από εσένα».



Μη γίνεις ποτέ φιλόσοφος, σκέψου όμως σαν φιλόσοφος
Να ξεχωρίζεις το «είναι» από το «φαίνεσθαι».
Να στηλιτεύεις την ανθρώπινη ανοησία και να έχεις αναπτυγμένη την κριτική σου ικανότητα για να σου ανοίγει δρόμους.
Για να γίνει κάποιος φιλόσοφος χρειάζεται παιδικό μυαλό, ανδρική καρδιά και γυναικεία σκέψη.
Αυτά αρκούν, η πολύ γνώση τη φιλοσοφία τη χαλάει. Για να σκεφτεί όμως κάποιος σαν φιλόσοφος πρέπει έχει το νου ελεύθερο για να μπορεί να κρίνει.
Η κριτική ικανότητα είναι η σκαπάνη της φιλοσοφίας. Ο κάθε άνθρωπος είναι και φιλόσοφος, είπε ο Πόπερ, αλλά ο καλός φιλόσοφος είναι αυτός που στην καρδιά του έχει τις φιλοσοφίες όλων.

Μη γίνεις, όμως, ποτέ φιλόσοφος. Θα ζήσεις σαν αυτόκαυστη λαμπάδα, θα νοιώσεις την απογοήτευση, το θάνατο να σε χαϊδεύει. Θα σε πουν περιθωριακό, θα φθαρείς σε ετούτη τη ζωή, θα δίνεις χωρίς να παίρνεις. Μη γίνεις ποτέ φιλόσοφος, θα καταλήξεις στον πεσιμισμό, θα δεις ότι το μόνο που στη φύση που δεν έχει όρια, είναι η ανθρώπινη βλακεία.
Να σκέφτεσαι, όμως, πάντα ως φιλόσοφος, και για να συμβεί αυτό κάνε πρώτα κριτική στην ίδια τη φιλοσοφία. Είναι μια φενάκη – και η ζωή το ίδιο. Είναι μια απάτη – και η ζωή το ίδιο. Είναι μια αλήθεια – και η ζωή το ίδιο.

Το ψέμα είναι επίσης μια αλήθεια, η αλήθεια όμως δεν είναι ψέμα, άρα το ψέμα περικλείεται είναι η εκπεσμένη της αλήθειας ενεργούσα αδελφή. Αλήθεια και Αλητεία, διάλεξε ποια θα έχεις δίπλα σου, επέλεξε τη μορφή της ερωμένης του φιλόσοφου και πάρε τελικά τη μια σου γυναίκα.

Ο έρωτας είναι η πηγαία δύναμη της φιλοσοφίας. Για να αγαπήσεις τη ζωή σεβάσου πρώτα τη γυναίκα. Γυναίκα είναι η φιλοσοφία. Αγάπα το κάθε θηλυκό, μα πιότερο αυτό που είναι στη ψυχή αγνό και νέο.
Σκοπός σου είναι να είσαι προστάτης – οδηγός, προορισμός σου η υπέρβαση, παρέα σου ο χρόνος. Και όταν κάποια στιγμή αυτός σου κάνει τον τρανό, δώσε του μια πέτρα σπάργανο για να τον βαρυστομαχιάσεις. Taiming το λένε αυτό οι δυνατοί του Δία το μεγάλο κόλπο. Κάνε σαν θες το δυισμό, αλλά επέλεξε ως ολότητα το ένα, που ποτέ δεν είναι δυο, χωρίς να ξεχνάς ότι τα πάντα τα πολλά κάνουν τη μονάδα. Το όλον είναι έν και μια η πηγή του:
Το φως.

Μάθε να συμπεριφέρεσαι όμως πάντα ως φιλόσοφος, διαλέγοντας από τα πολλά, το ολοκληρωτικό το ένα.
Μάθε να φτάνεις στο μηδέν χωρίς να χάνεις τη μονάδα, μάθε να σκέφτεσαι σαν μικρός θεός χορεύοντας μόνος σου στην πίστα το ζεμπέκικο, με όλους πια μαζί στη Μεσαριά συρτάκι.

Μάθε να ζεις την κάθε σου στιγμή σα να ’τανε η τελευταία.
Τέλος, μάθε να έχεις για τα πάντα μια εκτίμηση, μα πρώτα απ’ όλα εκτίμησε τον ίδιο τον εαυτό σου. Και όταν κάποια στιγμή δεις τον Τάρταρο να σε καλεί, βρες τον τρόπο να του πεις να σου δείξει κι εκείνος αν μπορεί, την αυτο-εκτίμησή του. Τότε, σαν αντικρίσεις στα μάτια του να ζωγραφίζεται η απορία, πάει να πει πως χωρίς να γίνεις ποτέ φιλόσοφος, πέρασες το σκαλοπάτι το σοφό.

Έγινες πλέον, Άνθρωπος.

6/2/10

Εγώ κοιτάζω γύρω μου και βλέπω μπερδεμένα



Εγώ κοιτάζω γύρω μου και βλέπω μπερδεμένα, αμφίθυμα, μονίμως σαστισμένα πρόσωπα. Και αιτία δεν αποτελεί (μονάχα) η οικονομική κρίση…

Βλέπω παντρεμένα ζευγάρια να περιφέρουν την πλήξη τους σε οικογενειακές και κοινωνικές υποχρεώσεις και να το ομολογούν –αν λίγο τους τσιγκλήσεις- ότι έχουν συνειδητά θυσιάσει τους χυμούς του κρεββατιού στη θαλπωρή της μονιμότητας ή ακόμα κι ότι οι δόσεις του στεγαστικού δανείου δεν τους επιτρέπουν να χωρίσουν…
Βλέπω «ελεύθερους» τριαντασαραντάρηδες να βρίσκονται σε μια ακατάπαυστη, αγχωμένη κινητικότητα: να αλλάζουν αγκαλιά κάθε τρεις μήνες ή κάθε δυό εβδομάδες, έχοντας προ πολλού λησμονήσει τι –στο περίπου έστω- ψάχνουν στον άλλον…

Βλέπω αγόρια και κορίτσια σαν τα κρύα τα νερά να θεοποιούν τον σκύλο τους, τον ψυχαναλυτή τους ή έναν προ πολλού χαμένο έρωτα… Βλέπω γυναικοπαρέες να διυλίζουν τους αρσενικούς κώνωπες, άντρες που είτε βαριούνται είτε διστάζουν να φλερτάρουν, ανθρώπους που έχουν εξιδανικεύσει τη μοναξιά τους, βαφτίζοντας την ανεξαρτησία… Υποψιάζομαι με στοιχεία ότι στη σημερινή Ελλάδα οι ομοφυλόφιλοι κάνουν πολλαπλάσιο σεξ από τους ετεροφυλόφιλους. Υπέροχο για τους μεν, θλιβερό για τους δε.

Ως στερνοπαίδι λόγω ηλικίας της σεξουαλικής επανάστασης του ’60, πιστεύω ακράδαντα πως δεν υπάρχει πιο ευθύς δρόμος προς την ευτυχία από «μία παλάμη σε ένα στήθος, ένα κουμπί που ξεκουμπώνεται, ένα βυζί που αποκαλύπτεται, ενώ ο τοξότης με τα βέλη λάμπει ψηλά στον ουρανό, άνευ ορίων, άνευ όρων…» όπως το θέτει ο Ανδρέας Εμπειρίκος.

Δέχομαι ότι μας έλαχε μια εποχή αβεβαιότητας: οι ρόλοι και οι σχέσεις των φύλων έχουν αποδομηθεί, η παραδοσιακή οικογένεια έχει αποσυντεθεί, οι παντός είδους ανασφάλειες έχουν θεριέψει. Μα δεν ανέχομαι να περάσουμε τη μισή μας ζωή σαν κάτι μημουάπτου παραθεριστές που ολοένα βρέχουν το πόδι τους στη θάλασσα και ολοένα αναβάλλουν τη βουτιά.

Με κινητήρια δύναμη την κάβλα και πυξίδα την αγάπη, ας αναλάβουμε επιτέλους τα ρίσκα μας. Όλα τα ενδεχόμενα ανοίγονται πάντα μπροστά μας, ακόμα και το τραγικότερο. Ας μην ξεχνάμε ωστόσο ότι ο Φοίνικας (και ας τον καπηλεύτηκε η χούντα) ήταν και παραμένει το θρυλικό πουλί, το οποίο αναγεννάται πάντοτε από τις ίδιες του τις στάχτες.

-Δηλαδή όλοι εμείς.-

11/1/10

Δήμιος Γυναικών



(αποσπάσματα)
...

"Το κρεβάτι είναι το μόνο μέρος που βασιλεύει μια δίκαιη ανισότητα" σκέφτηκεν ο Όσκαρ, που 'χεν εφεύρει αυτό τον ορισμό...
...Κάτω από τα ρούχα της μαντάμ Ντε Μπρεό, ανακάλυψε ένα μακρύ ηλιοψημένο κορμί χωρίς εσώρρουχα, δυο μεγάλα κι απαλά στήθια, ένα ψηλό κι απαλό πισινό, μιαν απαλή κοιλιά. Όλα της ήταν απαλά. Η απαλή επιδερμίδα άρεσε στον Όσκαρ, τον ερέθιζε. Το μόνο πράμα που δεν του άρεσε, ήτανε στο τέλος της πράξης, λίγο πριν τον οργασμό. Εκείνη κουλουριάστηκε και τον εμπόδισε να τελειώσει κι αυτός. Χωρίς να λογαριάσουμε πως ακριβώς τη στιγμή του οργασμού της, έχυνε πολύ σα να ουρούσε, προκαλώντας φαγούρα σ' όλο τ' όργανό του, όταν το τράβηξε από μέσα της.
Τώρα βρίσκονταν ξαπλωμένοι ανάσκελα και κείνη του χάιδευε μ' ευγνωμοσύνη τα μαλλιά, ενώ κείνος εξερευνούσε με περιέργεια την είσοδο του ηβαίου της, που το κρατούσε ολάνοιχτο με τα δάχτυλά του. Η Ζενεβιέβ ρώτησε:

-"Κι εσύ; Δε τελειώνεις ποτέ";

-"Μου χρειάζεται πιο πολλή ώρα", απάντησεν αυτός, χαϊδεύοντας τον περίγυρο του γεννητικού της οργάνου.

Η σχεδιάστρια μόδας είχε φουσκωτή κλειτορίδα κι έναν κόλπο με απλή κατασκευή, σχεδόν χονδροειδή. Ο Όσκαρ είχε φτάσει στο συμπέρασμα πως αυτό το σημείο του γυναικείου σώματος ήθελεν ιδιαίτερη μεταχείριση, ότι δε πρέπει να το γλύφει κανείς άγρια, ούτε να μπαίνει μέσα χωρίς να το 'χει προετοιμάσει και μελετήσει σε βάθος. Ο κόλπος ήταν ιδιαίτερο πλάσμα, που αγαπούσε τα χάδια και τα παιγνίδια, όπως τα μικρά παιδιά τις καραμέλες και τις σοκολάτες. Πλησίαζε λοιπόν πάντα μ' αυτό το πνεύμα κι όχι σα να πήγαινε ν' ανοίξει τρύπα στον τοίχο, πράμα που τον έκανε να ξεχωρίζει από τους περισσότερους άντρες. Ακόμα κι η Νατάσα του αναγνώριζεν ειλικρινά, πως αφιέρωνε στο Μουνάκι της μιαν εντελώς ιδιαίτερη λατρεία.

-"Αχ τί ωραία!" αναστέναξε από τα βάθη της καρδιάς της η μαντάμ Ντε Μπρεό. "Τί ωραία! Νομίζω πως ονειρεύομαι..."

Κρίνοντας από τους αλλεπάλληλους σπασμούς που συνόδευαν τον οργασμό της Ζενεβιέβ, ο Όσκαρ συμπέρανε πως είχε πολύ καιρό να σμίξει μ' άντρα και συνέχισε να περιφέρει το δάχτυλό του πάνω στο όρος της Αφροδίτης, αλλά κι άλλους ιερούς τόπους, σκεπασμένους με το σκούρο τρίχωμα που 'ζωνε το μουνί της. Περιέργως τα μαλλιά της ήτανε κοκκινωπά, λεπτομέρεια που 'φερνε κάποια σχετική παραφωνία στη κατά τ' άλλα πολύ σικ εμφάνιση της σχεδιάστριας.

-"Αχ..." εξακολούθησε να στενάζει εκστατικά, "τί ωραία! Αχ..."



Θέλοντας φαίνεται να ευχαριστήσει τον Όσκαρ για την ηδονή που της είχε προκαλέσει, ανασηκώθηκε κι έστριψε το κεφάλι της κατά τ' όργανό του. Την άφησε να διπλωθεί στα δυο, να σουρθεί πάνω στα ξεθωριασμένα σεντόνια του και φτάνοντας στο ύψος των ποδιών του, να εξαφανίσει το αντικείμενο του πόθου της μες στο μεγάλο κι απαλό της στόμα. Δε θεώρησε καλό να την απογοητεύσει, λέγοντάς της πως αν κι ένιωθε σχετικήν απόλαυση μ' αυτό το είδος σεξουαλικής πράξης, σπάνια έφτανε στον οργασμό. Αυτός ο τρόπος του έρωτα στερούσε από τον Όσκαρ τη δυνατότητα να υποτάξει τη γυναίκα στη θέλησή και στον έλεγχό του. Η συνήθεια που 'χε να κάθεται ξαφνικά πάνω στο στήθος των κοριτσιών και να τους χώνει τ' όργανό του στο στόμα τους, ήτανε πιο πολύ επίδειξη δύναμης παρά απόλαυση. Ο σκοπός αυτής της παράστασης ήταν η συντριβή κάθε αντίστασης κι η παραδοχή από το κορίτσι πως δεν ήτανε τίποτ' άλλο παρά εν απλό αντικείμενο. Αν όμως καθόταν ήσυχα σα φρόνιμο παιδί κι άφηνε το πιο ευαίσθητο σημείο του σώματός του στις καλές φροντίδες της ερωτικής συντρόφου του, η κατάσταση άλλαζε. Αν μάλιστα η γυναίκα ήταν άπειρη, έχανε ακόμα και τη στύση του. Η απόλαυση του Όσκαρ άρχιζε με τον αγώνα ενάντια στην αντίπαλο, με τη νίκη που κέρδιζε χώνοντας τ' όπλο του στο κορμί της.



Η Ζενεβιέβ έκανε ό,τι μπορούσε. Έγλυφε ευσυνείδητα, από τη βάλανο ως τη ρίζα, αλλά χωρίς να το θέλει, πέρασε από το γλύψιμο στο ρούφηγμα. Ρούφαγε όλο και πιο βαθιά, έτσι που άρχισε να πνίγεται. Μισοπνιγμένη, τράβηξε τ' όργανο του Όσκαρ από το λαρύγγι της για να πάρει ανάσα κι εκείνος τη σταμάτησε τρυφερά.

-"Φτάνει Τζη, δε μου αρέσει και τόσο αυτός ο τρόπος..."

-"Στους περισσότερους άντρες αρέσει", απάντησε κείνη, παραμερίζοντας τα μαλλιά που της έπεφταν στο πρόσωπο και γλύφοντας τις άκρες των χειλιών της. "Εξάλλου μυρίζει όμορφα κι αφήνει μια γλυκειά γεύση στο στόμα".

-"Δεν είμαι σα τους περισσότερους άντρες Ζενεβιέβ, είμαι από τους σπάνιους".

-"Τί είναι αυτά κει στον τοίχο;" ρώτησε ξαφνικά η γυναίκα, δείχνοντας τη λαιμαριά με τα μεταλλικά καρφιά και το μαύρο μαστίγιο με τις εφτά λουρίδες, που κρεμόντανε πάνω από τη τουαλέτα.

Απ' όλο το σχετικόν εξοπλισμό, ο Όσκαρ είχε κρεμάσει μόνον αυτά τα δυο μη θέλοντας να τρομάξει τις καμαριέρες που, έστω κι αραιά, μπαίνανε πάντως για να συγυρίσουνε το δωμάτιο.

-"Έίναι S & M", εξήγησεν ο Όσκαρ, με ψεύτικην αδιαφορία. Η Ζενεβιέβ χαμογέλασε με κάποιαν έκπληξη, ξανακοίταξε τη λαιμαριά και το μαστίγιο και παίρνοντας από το κομοδίνο το ποτήρι με το ουίσκι, κατέβασε μια γερή γουλιά. Ύστερα ρώτησε:

-"Είσαι... σαδο-μαζόχας";

-"Α... αυτό δε το ξέρω", απάντησε κείνος, "κατά κάποιο τρόπο, ναι. Δοκιμάζω διάφορους τρόπους για ν' αυξήσω την ηδονή. Αθώα πράματα χωρίς δυσάρεστες συνέπειες".

-"Πρέπει να φύγω".

Ανασηκώθηκε και φίλησε τον Όσκαρ, που αναγνώρισε στο στόμα της τη μυρωδιά του πέους του. Οι ρυτίδες της ακουμπήσανε στο πρόσωπό του και σκέφτηκε πως θα τα 'χε περασμένα τα πενήντα, μιας κι οι χαρακιές στο πρόσωπό της ήτανε βαθιές και δείχναν ακόμα πιότερο, όταν το πρόσωπο ήταν ηλιοψημένο.

...

Toυ Limonov Eduard

9/12/09

Το δεύτερο και το τρίτο μάτι

Bataille Georges
Η Ιστορία Του Ματιού




Βιογραφικό Ζωρζ Μπατάϊγ 1933

Γεννήθηκε στις 10 Σεπτέμβρη 1897, στο Μπιγιόμ, επαρχία του Μάρνη. Ο πατέρας του ήτανε τυφλός. Τελείωσε το γυμνάσιο στη Ρεμς κι επειδή ήταν φυματικός δεν υπήρετησε στον στρατό. Το 1920 γνωρίζει τη Σύλβια Μακλέ, τη παντρεύεται κι αποκτούν μαζί ένα παιδί. 2 χρόνια μετά παίρνει το δίπλωμα του αρχειοθέτη-παλαιογράφου από την Εcole des Chartes, στο Παρίσι και την ίδια χρονιά πάει να περάσει ένα διάστημα, κοντά στους Βενεδικτίνους στο νησί Wight, με σκοπό να γίνει παπάς. Μα στο τέλος της παραμονής του εκεί, έχει αποστραφεί οριστικά τη θρησκευτική πίστη. Το 1923 έρχεται σ' επαφή με το έργο του Νίτσε και την επόμενη χρονιά διορίζεται στο Τμήμα Μεταλλίων Εθνικής Βιβλιοθήκης Παρίσιου.



Τη 2ετία 1926-27 ψυχαναλείται από τον δρ. A. Borel, συναναστρέφεται με τους υπερρεαλιστές, χωρίς να προσχωρήσει ποτέ στο κίνημα. Το 1928 δημοσιεύει με το ψευδώνυμο Lord Auch την "Ιστορία Του Ματιού". 1929-30 διευθύνει το περιοδικό
"DOCUMENTS" που ίδρυσε με τον G. H. Riviere. Βίαιη ρήξη με υπερρεαλιστές κι ιδιαίτερα με τον Μπρετόν. Την επόμενη χρονιά κυκλοφορεί τον "Ηλιακό Πρωκτό". Διδάσκεται για τον Έγκελ.
Αυτός μαζί με τους Νίτσε και Μαρκήσιο Ντε Σαντ, θα 'ναι οι άξονες της σκέψης του.



Το 1936 δημοσιεύει τον "Λαβύρινθο" και την επόμενη χρονιά, πάλι με ψευδώνυμο, -Pierre Angelique- τη "Μαντάμ Εντουαρντά". Δημοσιεύσε άρθρα, μελέτες, ένα σωρό άλλα βιβλία και προλόγισεν επίσης και το έργο του Μαρκήσιου Ντε Σαντ, "Ζυστίν", μέχρι που τονε βρήκεν ο θάνατος στο Παρίσι, στις 8 Ιούλη 1962, σ' ηλικία 65 ετών.


(απόσπασμα)Το Γατίσιο Μάτι

Με μεγάλωσαν εντελώς μόνο κι απ' όσο θυμάμαι, κάθε τι που 'χε σχέση με το σεξ, μου 'φερνε αγωνία. Ήμουν γύρω στα δεκάξι όταν γνώρισα στη παραλία του χωριού Χ. ένα κορίτσι συνομήλικό μου, τη Σιμόν. Οι οικογενειές μας είχανε μακρινή συγγένεια, γι' αυτό και τα πρώτα μας πάρε-δώσε, προχωρήσανε πολύ γρήγορα. Τρεις μέρες μετά τη γνωριμία, βρεθήκαμε μόνοι οι δυο μας στη βίλα της. Φορούσε μαύρη ποδιά μ' άσπρο κολαριστό γιακά. Είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ πως το άγχος που μ' έπιανε όταν την έβλεπα, την έπιανε κι εκείνη με μένα, ένα άγχος που τη μέρα κείνη, ήταν ακόμα μεγαλύτερο επειδή έλπιζα πως κάτω από τη ποδιά της ήταν τελείως γυμνή.
Φορούσε μαύρες μεταξωτές κάλτσες που φτάνανε πάνω από το γόνατο, ακόμα όμως δεν είχα καταφέρει να τη δω μέχρι τον κώλο (αυτή η λέξη, που χρησιμοποιούσαμε πάντα με τη Σιμόν, ήτανε για μένα το πιο ωραίο απ' όλα τα ονόματα του σεξ). Φανταζόμουνα μόνο πως έτσι και σήκωνα λιγάκι τη ποδιά από πίσω, θα 'βλεπα τ' απόκρυφα μέρη της.
Σε μια γωνιά του διαδρόμου ήταν αφημένο ένα πιάτο με γάλα για τη γάτα.

-"Τα πιάτα είναι για να καθόμαστε", είπε η Σιμόν. "Τι στοίχημα βάζεις ότι μπορώ να κάτσω μες στο πιάτο";

-"Βάζω στοίχημα πως δε θα τολμήσεις", απάντησα σχεδόν με κομμένη ανάσα.

Έκανε αφόρητη ζέστη. Η Σιμόν ακούμπησε το πιάτο σ' ένα σκαμνάκι, στήθηκε μπρος μου και με τα μάτια της καρφωμένα στα δικά μου, κάθισε χωρίς να μπορώ να τη δω κάτω από τη ποδιά και μούσκεψε τους ζεματιστούς γλουτούς της στο δροσερό γάλα. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι κι άρχισα να τρέμω, ενώ αυτή κοίταζε το σηκωμένο πέος μου που πίεζε από μέσα το πανταλόνι μου. Έμεινα έτσι για λίγο ασάλευτος μπροστά της. Δε κουνήθηκε από τη θέση της και για πρώτη φορά, είδα τη ροδόμαυρη σάρκα της που δροσιζότανε μες στο κάτασπρο γάλα. Καθίσαμε σ' αυτή τη στάση πολλήν ώρα κι είμασταν κι οι δυο συγκλονισμένοι...

Ξαφνικά σηκώθηκε πάνω κι είδα το γάλα να τρέχει στα μπούτια της και να φτάνει ως τις κάλτσες. Σκουπίστηκε κανονικά μ' ένα μαντίλι, όρθια πάνω από το κεφάλι μου, με το 'να πόδι στο σκαμνάκι κι εγώ έτριβα μ' όλη μου τη δύναμη τον πούτσο μου πάνω από το πανταλόνι, σφαδάζοντας από κάβλα, στο πάτωμα. Έτσι φτάσαμε σχεδόν ταυτόχρονα σ' οργασμό χωρίς καν να 'χουμεν αγγιχτεί. Όταν όμως γύρισε η μητέρα της κι η Σιμόν χώθηκε τρυφερά στην αγκαλιά της, εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία και χωρίς να με δούν, επειδή καθόμουνα σε χαμηλή πολυθρόνα, σήκωσα από πίσω τη ποδιά κι έχωσα, ανάμεσα από τα καφτά της μπούτια, το χέρι μου βαθιά μες στον κώλο της.



Γύρισα τρέχοντας σπίτι με τη λαχτάρα να τραβήξω κι άλλη μια μαλακία και τ' άλλο βράδι, τα μάτια μου ήτανε τόσο κομμένα, που η Σιμόν, αφού πρώτα με κοίταξε καλά-καλά, έκρυψε το πρόσωπό της στον ώμο μου κι είπε σοβαρά:

-"Δε θέλω να μαλακιστείς άλλη φορά χωρίς εμένα".

Έτσι, οι ερωτικές μας σχέσεις μ' αυτό το κορίτσι, άρχισαν να γίνονται τόσο στενές κι αναπόφευκτες που σχεδόν δεν αντέχαμε να περάσει μια βδομάδα χωρίς να ειδωθούμε. Εντούτοις, γι' αυτό το θέμα δεν έχουμε μιλήσει σχεδόν ποτέ.
Καταλαβαίνω πως όταν με βλέπει, αισθάνεται αυτό που αισθάνομαι κι εγώ όταν τη βλέπω, μου 'ναι σχεδόν αδύνατον όμως να εξηγήσω αυτό που μας συμβαίνει. Θυμάμαι μια μέρα που τρέχαμε σα παλαβοί με τ' αυτοκίνητο, χτυπήσαμε μια ποδηλάτισσα που θα πρέπει να 'τανε πολύ νέα κι όμορφη. Οι ρόδες του αυτοκινήτου μας, της είχαν κόψει το κεφάλι σε σημείο που της το 'χανε χωρίσει από το σώμα.
Μείναμε πολλήν ώρα στ' αυτοκίνητο κοιτάζοντας μερικά μέτρα πιο κάτω, τη σκοτωμένη. Η φρίκη κι η απόγνωση που αισθάνεται κανείς μπροστά σε τόσες σάρκες βουτηγμένες στο αίμα, εν μέρει αηδιαστικές αλλά κι εν μέρει πανέμορφες, δε διαφέρουνε και πολύ απ' αυτό που συνήθως νιώθουμε μεις οι δυο όταν κοιταζόμαστε.

Η Σιμόν είναι ψηλή κι όμορφη. Η συμπεριφορά της γενικά είναι πολύ απλή, δεν υπάρχει τίποτα τ' απελπισμένο ούτε στο βλέμμα, ούτε στη φωνή της. Στο σεξουαλικόν όμως, τη πιάνει ξαφνικά τέτοια βουλιμία για κάθε τι που συγκλονίζει, ώστε κι η παραμικρότερη διέγερση των αισθήσεων, κάνει μονομιάς το πρόσωπό της να παίρνει μιαν έκφραση που φέρνει αμέσως στο νου, όλα κείνα που 'χουν να κάνουν με την ουσία της σεξουαλικότητας, το αίμα παραδείγματος χάρη, την ασφυξία, τον αιφνίδιο τρόμο, το έγκλημα, κάθε τι που καταστρέφει επ' άπειρο την ανθρώπινη μακαριότητα κι εντιμότητα.
Η πρώτη φορά που την είδα να τη πιάνει αυτή η βουβή και σύγκορμη σύσπαση, (που μ' έπιασε και μένα), ήτανε τη μέρα που 'κατσε στο πιάτο με το γάλα. Η αλήθεια είναι πως δε κοιταζόμαστε ίσια στα μάτια παρά μόνο σε τέτοιες στιγμές, τη γαλήνη όμως και την όρεξη για παιγνίδια τις βρίσκουμε μόνο λίγο μετά τον οργασμό, όταν χαλαρώνουμε.
Πρέπει να πω πως παρ' όλ' αυτά, πέρασε πολύς καιρός ώσπου να κάνουμε έρωτα, εκμεταλλευόμασταν όμως όλες τις ευκαιρίες για να επιδοθούμε σ' ασυνήθιστες πράξεις. Αυτό δε σημαίνει πως δεν είμασταν ντροπαλοί, κάθε άλλο μάλιστα, όμως κάτι ακατανίκητο μας έσπρωχνε και τους δυο να προκαλούμε ζευγαρωτά την αιδώ με τη μεγαλύτερη ξεδιαντροπιά. Έτσι, πριν καλά-καλά ολοκληρώσει αυτό που μου ζητούσε, δηλαδή να μη ξανατραβήξω ποτέ πια μόνος μου μαλακία, (είμασταν στη κορυφή ενός απότομου βράχου που κρεμότανε πάνω από τη θάλασσα), μου κατέβασε το πανταλόνι, με ξαπλωσε καταγής, μάζεψε ως απάνω τα φουστάνια της, κάθισε στη κοιλιά μου κι αποξεχάστηκε, ενώ εγώ βύθιζα στον κώλο της ένα μου δάχτυλο, που το 'χα προηγουμένως πασαλείψει με το νεαρό μου σπέρμα.
Έπειτα γύρισε και ξάπλωσε προς τα μπρος, με το κεφάλι κάτω από το πέος μου, ανάμεσα στα μπούτια μου και σηκώνοντας ψηλά τον κώλο, μετακίνησε το κορμί της προς εμένα που σήκωνα με τέτοιο τρόπο το κεφάλι, ώστε να το φέρω στο ίδιο ύψος με τον κώλο της, έτσι που τα γόνατά της ήρθανε και στηριχτήκανε στους ώμους μου.



-"Μπορείς να κατουρήσεις προς τα πάνω και να το φτάσεις στον κώλο μου;" με ρώτησε.

-"Μπορώ" απάντησα, "έτσι που κάθεσαι όμως, θα σου κατουρήσω το φουστάνι και το πρόσωπο".

-"Ε και;" μ' έκοψεν αυτή αποφασιστικά κι έκανα αυτό που μου 'πε. Δε πρόφτασα όμως να τελειώσω το κατούρημα κι ένα δεύτερο κύμα ξεχύθηκεν από μέσα μου και τη κατάβρεξε, τούτη τη φορά όμως ήταν όμορφο κάτασπρο σπέρμα.

Στο μεταξύ, η μυρωδιά της θάλασσας μπερδευότανε με τη μυρωδιά των μουσκεμένων εσωρρούχων, των γυμνών μας σωμάτων και του σπέρματος. Είχεν αρχίσει να βραδιάζει κι εμείς είμασταν πάντα σε κείνη την απίθανη στάση, χωρίς ν' ανησυχούμε ή να κουνιόμαστε, οπότε κάποια στιγμή ακούσαμε βήματα στα χόρτα.

-"Μη κουνιέσαι, σ' ικετεύω", μου 'πε η Σιμόν.

Τα βήματα είχαν σταματήσει, δε μπορούσαμε όμως να δούμε ποιος ερχόταν. Και των δυο μας οι ανάσες είχαν κοπεί. Έτσι τουρλωμένος όπως ήταν ο κώλος της, έμοιαζε πράγματι με πανίσχυρη ικεσία, τόσο τέλειος ήταν, με τους δυο στενούς κι αφράτους του γλουτούς, που τους χώριζε το βαθύ σχίσμα στη μέση και δεν είχα καμιά αμφιβολία πως είτε άντρας ήταν αυτός ο άγνωστος, είτε γυναίκα, γρήγορα θα υπέκυπτε στον πειρασμό και θ' αναγκαζόταν, βλέποντας αυτόν τον κώλο, να τραβήξει μιαν αβυσσαλέα μαλακία.
Τα βήματα όμως ξανακούστηκαν, πιο βιαστικά τώρα, σχεδόν σα τρέξιμο και ξαφνικά είδα να εμφανίζεται ένα υπέροχο ξανθό κορίτσι, η Μαρσέλ, απ' όλες μας τις φίλες ή πιο αγνή κι η πιο ευάλωτη. Εμείς οι δυο όμως ήμασταν πολύ σφιχτά μπλεγμένοι με τη φριχτή στάση που 'χαμε πάρει και δε μπορούσαμε να κουνήσουμε ούτε το μικρό μας δαχτυλάκι, οπότε ξαφνικά ή έρημη φίλη μας σωριάστηκε καταγής και ζάρωσε στα χόρτα κλαίγοντας με λυγμούς.

Τότε μόνο λύσαμε το εξωφρενικό μας αγκάλιασμα και ριχτήκαμε πάνω σ' ένα εγκαταλειμμένο σώμα. Η Σιμόν της σήκωσε τη φούστα, της έσχισε τη κυλότα και μου 'δειξε συνεπαρμένη, ένα καινούργιο κώλο, το ίδιο ωραίο, το ίδιο τέλειο με τον δικό της, που έπεσα κι άρχισα να τον φιλώ με λύσσα, ενώ συγχρόνως έτριβα τον κώλο της Σιμόν που τύλιξε τα μπούτια της γύρω από τη μέση της παράξενης Μαρσέλ, η οποία το μόνο πια που δεν έκρυβε ήταν οι λυγμοί της.

-"Μαρσέλ", της φώναξα, "σ' εξορκίζω, σταμάτα να κλαις. Θέλω να με φιλήσεις στο στόμα..."

Τα ωραία της ίσια μαλλιά της τα χάιδευε η Σιμόν δίνοντάς της παντού τρυφερά φιλιά.
Στο μεταξύ, ο καιρός είχε γυρίσει για τα καλά στη καταιγίδα και μαζί με τη νύχτα, άρχισαν να πέφτουν χοντρές σταγόνες, φέρνοντας χαλάρωση, μετά το πλάκωμα της αποπνικτικής ζέστης μιας ολάκερης μέρας που δε κουνιόταν φύλλο.
Η θάλασσα έκανε τώρα φοβέρο θόρυβο που τον σκέπαζαν τα μακρόσυρτα μπουμπουνητά του κεραυνού και με τις αστραπές μπορούσα κι έβλεπα ξαφνικά, σα να 'ταν μέρα μεσημέρι, τους δυο αυνανιζόμενους κώλους των κοριτσιών που δε βγάζανε πια λέξη. Τα τρία κορμιά μας τα υποδαύλιζε βάναυση φρενίτιδα.
Δυο νεαρά στόματα συναγωνίζονταν ποιο θα κάνει δικό του τον κώλο μου, τ' αρχίδια μου και τη ψωλή μου, εγώ όμως άνοιγα κι όλο άνοιγα, γυναικεία σκέλια υγρά από σάλια ή σπέρμα σα να 'θελα να ξεφύγω από το σφιχταγκάλιασμα ενός τέρατος, αλλ' αυτό το τέρας δεν ήταν άλλο από τη τρομαχτική βία των κινήσεών μου.
Τελικά, η ζεστή βροχή άρχισε να πέφτει καταρρακτωδώς κι έκανε τελείως μούσκεμα τα σώματά μας που δε κρύβανε πια τίποτα. Δυνατοί κεραυνοί μας συγκλόνιζαν και φούντωναν κάθε φορά και περισσότερο την αγανάχτησή μας, κάνοντας μας να βγάζουμε κραυγές λύσσας που επαναλαμβάνονταν με κάθε αστραπή, γιατί η καθεμιά έβγαζε στο φως τα γεννητικά μας όργανα.
Η Σιμόν είχε βρει μια γούβα με λάσπη και λάσπωνε το σώμα της πασαλείβοντάς το έξαλλη: μαλακιζόταν με το χώμα και τρανταζόταν από βίαιες συσπάσεις ηδονής καθώς τη μαστίγωνε η μπόρα, ενώ εγώ είχα το κεφάλι μου χωμένο σφιχτά ανάμεσα στα λασπωμένα μπούτια της κι αυτή το πρόσωπό της βουτηγμένο στα λασπόνερα, όπου πηγαινόφερνε μ' άγριες κινήσεις τον κώλο της Μαρσέλ την οποία είχε πλοκαμιάσει τυλίγοντας το ένα της μπράτσο γύρω από τη μέση της, ενώ με τ' άλλο χέρι είχε γαντζώσει τον γλουτό και τον τραβούσε και τον άνοιγε με δύναμη...


Εκδόσεις "ΑΓΡΑ" Μάρτης 1980
μετάφραση Δημ. Δημητριάδη