Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22/7/10

Ποίημα



«Ελλάδα με χτυπημένη ραχοκοκαλιά,
τυραννισμένη με κακοφορμισμένες τις πληγές…
Φτωχιά Ελλάδα, με τα πρησμένα πόδια…
με τα αποφόρια των αφεντικών…
Ξετσίπωτη Ελλάδα, ξεφτιλισμένη
ξεστήθωτη στις γωνιές των δρόμων…
Ελλάδα ντυμένη με λευκό μακρύ χιτώνα
νοικιασμένο από συνοικιακό φωτογραφείο
με ψεύτικο στεφάνι στα βαμμένα σου μαλλιά…»

Τίτος Πατρίκιος, Ποιήματα, ΙΙ (1953-1959), εκδ. Κέδρος

30/6/10

Τα ποιήματα της πνευματικότητος



Ένας άνθρωπος έστησε μια πνευματικότητα κοντά στη θάλασσα.
Ήταν από τσίγκο, σ’ ένα τελάρο ξύλινο βαμμένο με λαδομπογιά.
Το βράδυ την έριξε ο αέρας και σκότωσε ένα περαστικό.


Είχε πει πως η δική του πνευματικότης δε φοβάται τίποτα, ήταν νέου συστήματος.
Το τελάρο ήταν από ξύλο
εν συνδυασμώ με σιδερογωνίες.
Ήταν ωραία και μεγάλη, βαμμένη με ριπολίνα άσπρη, θαλασσιά και χρυσή.

Έγιναν και εγκαίνια. Υπήρχε κι ένας αρχιμανδρίτης.

Και χωρίς να φυσάει άνεμος, από κακό υπολογισμό, έπεσε η πνευματικότης την ώρα του αγιασμού. Το τί γίνηκε δεν περιγράφεται. Ο παπάς πληγώθηκε.
Η γυναίκα
του δημάρχου έπαθε διάσειση. Τους πήγαν όλους στο νοσοκομείο.


Οι άλλες πνευματικότητες που πέσανε, πέφτουνε γιατι κάτι τους λείπει.
Κάποιος κακός υπολογισμός γίνεται. Εγώ ετοιμάζω να στήσω μια καινούρια και είμαι
αισιόδοξος. Μα κι αν πέσει θα κάνω μιαν άλλη, ακόμα πιο τέλεια.
Ξέρω καλά την τέχνη μου.


Εγώ δε θα στήσω ποτέ μου πια πνευματικότητα και υπερηφανεύομαι για αυτή μου την απόφαση. Ατυχήματα και σκοτωμοί είναι το τέλος κάθε πνευματικότητος.
Ανθρωποι και ζώα σκοτώνονται από την πτώση τους, αντρες στο άνθος της ηλικίας τους, θύματα της περιέργειάς των, κι ανύποπτα άλογα, σκύλοι και γάτες και πρόβατα,
που κατα τύχην περνούν από κει.


Όχι πια άλλες πνευματικότητες.


Αλλά ποιος είναι πρόθυμος να σ΄ακούσει;


Γιάννης Τσαρούχης

15/4/10

Το μαγικό λυχνάρι της ζωής



Παραπεταμένα λυχνάρια αγοράζω
ένα πνεύμα ξεχασμένο ίσως βρω…
Τρεις ευχές να ζητά, μα εγώ να κοιτάζω
στα μαγικά του τα μάτια τον χαμένο καιρό.

Ένα πνεύμα,να το λένε Αντώνη, Βαγγέλη ή Νικόλα
να μη μου μιλά μα να ακούγονται όλα.
Των ονείρων η πόλη με τα φώτα σβηστά
οι μεγάλες αγάπες με δυο χείλη κλειστά…

Να του λέω Αντώνη μην κοιτάς το φεγγάρι
να του λέω Βαγγέλη να κοιτάς πιο κοντά
να του λέω Νικόλα πόση φόρα είχες πάρει
και μας πήγες τις ζωές μας τόσο μακριά;

Η μαργαρίτα εκείνη που μαδούσαμε Αντώνη
δεν ήταν λουλούδι, ήταν η δική μας κοπέλα
ήταν η μαγική μας η πόλη Βαγγέλη που λιώνει
ήταν ο χρόνος Νικόλα που μας έλεγε έλα…

Και τώρα κρύψου Αντώνη, φύγε Βαγγέλη
χάσου κι εσύ ρε Νικόλα
πως γίνατε όλα τα λυχνάρια μια αγέλη;
Άδεια λυχνάρια πως γίνανε όλα;

6/4/10

Παρασκήνια ζωής



Τι κι’ αν περνάει;
Αυτή ειν’ η μοίρα του χρόνου.
«Που πας;» ρωτάω.
Απαντά: «Που να ξέρω;
Εσύ ξέρεις που πας;»



Δεν θα ζήσεις ποτέ αληθινά
αν δεν αποφασίσεις: η πυξίδα,
τρεμουλιάζει ή τρεμοπαίζει;



Τα πέντε γράμματα της λέξης Αmore
φλογίζουν κάθε δάχτυλο κάθε φορά που σε χαϊδεύω.
Αλλά είμαι περαστικός. Πρέπει να συνεχίσω.
Η λέξη αγάπη θα είναι ένα δάχτυλο λιγότερο.



Κάθομαι συχνά στην αναπαυτική πολυθρόνα
και ρίχνω ατέλειωτες ματιές στο τηλέφωνο
χρώματος μενεξεδί
με κομψές καμπύλες
σαν γλυπτό του Αρπ

Απλώνω το χέρι μου ενστικτωδώς και χαιδεύω
τους αριθμημένους ομφαλούς του
παρατηρώ με θαυμασμό τις διαθέσεις του
την απαράμιλλη εγγαστριμυθία του
και πόσο θα’ θελα να σχηματίσω
άλλο αριθμό για την ζωή μου.

Ποίηση Γιάννη Γκούμα

26/11/09

Βρίσκομαι αιδώ!



Βρίσκομαι αιδώ!
Μου είπε το γλυκόλαλον αιδοίον
Δεν υπάρχει θέμα. Βρίσκομαι αιδώ! Βρίσκομαι πάντα αιδώ!
Το είπε κι ο Ρεμπώ

θα αμπαρώσω απόψε την καρδιά μου
απo τη βέβηλη εισβολή των πειρασμών
στα σκέλια κάποιας θα καλπάσω
παίρνοντας το ξημέρωμα για λύτρα τα υγρά της
καθώς
Αύγουστος άπατρις ξιφήρης
γονυπετής του αιδοίου
βέβηλος λάγνος σοδομάκιας
που φωνασκεί συμπόσια ελληνικά
μαστίχα Χίου κολλημένη σε χειλάκια


ω τα φριχτά τα τραύματα από βλέμματα
ω τα ανοιχτά τα σκέλια αφηνιασμένα
καταπάνω του φαλού
ω λαιμητόμοι αρχιερείς
ανάσκελα προσφέροντας
απ’ το ιερό αιδοίον σας
μεταλαβιά την καύλα σας
τα πορφυρά σας χείλη
την κάψα υπερασπίζοντας του θέρους
τη λαμπερή αλφαβήτα των μηρών
που εν ριπή οργασμού αχνίζουν λέξεις
κι αγκομαχητά
στύσεις ανίατες
για ποιήματα μελλοντικά που θα διαβάζονται
σε κάποια βηθλεέμ ερωτική
σε κάποιον γαμιστρώνα ιερό.


Αντώνης Αντωνάκος

12/11/09

Τέμνοντας



"...Τα στήθια σας, ακόμη αδοκίμαστα,
πεισματ
ώ
νουν το μέλλον.
Δεν ντρέπομαι να τα ονομάσω γυμνά,
περήφανα, ανυπόμονα.
Όσο τρέμουνε θα τρέμει η ζωή, θα τρέμει το χέρι μου,
θα τρέμουνε όλες οι παπαρούνες των κάμπων... "


στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης

2/10/09

ΜΑΘΗΜΑ (1o) ?



Όταν εγύρισα στην πόλη
ύστερα από χρόνια σ'έρημα νησιά
βρήκα πιο εύκολο τον έρωτα
πιο δύσκολη τη συνεννόηση
τα χέρια που με χαιρετούσαν, πεινασμένα.
Πολλοί ζούσαν από ναυάγια.
Άναβαν στις γωνιές παραπλανητικά φανάρια
παραμονεύοντας ποιός θα βουλιάξει μες στην άσφαλτο.
Κ' έπρεπε ν' αντιστέκομαι ακόμα και στα πόδια μου
για να μην πάρουν βήμα κυνηγημένου αγριμιού.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
Μαθητεία ξανά (1991).