Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκτος ελεγχου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκτος ελεγχου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30/8/10

Μεθύστε



Πρέπει να 'σαι πάντα μεθυσμένος.

Εκεί είναι όλη η ιστορία: είναι το μοναδικό πρόβλημα. Για να μη νιώθετε το φριχτό φορτίο του Χρόνου που σπάζει τους ώμους σας και σας γέρνει στη γη, πρέπει να μεθάτε αδιάκοπα.

Αλλά με τι;

Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει. Αλλά μεθύστε. Και αν μερικές φορές, στα σκαλιά ενός παλατιού, στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στη σκυθρωπή μοναξιά της κάμαράς σας, ξυπνάτε, με το μεθύσι κιόλα ελαττωμένο ή χαμένο, ρωτήστε τον αέρα, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι, το κάθε τι που φεύγει, το κάθε τι που βογκά, το κάθε τι που κυλά, το κάθε τι που τραγουδά, ρωτήστε τι ώρα είναι.

Και ο αέρας, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι, θα σας απαντήσουν:

"Είναι ώρα να μεθύσετε! Για να μην είσαστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθύστε. Μεθύστε χωρίς διακοπή! Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει.

Charles Baudelaire

9/8/10

Η δύναμη των λέξεων



Ένα δυνατό, επίκαιρο και σήμερα, κείμενο της Λιλής Ζωγράφου, «αντάρτισσα» γυναίκα και συγγραφέας, από την εισαγωγή στο βιβλίο της «Επάγγελμα πόρνη»…Κι ένα τραγούδι γραμμένο γι αυτή, με τίτλο τον τίτλο του βιβλίου της «Συβαρίτισσα».

Ζωγράφου και Πασχαλίδης ανέπτυξαν τη φιλία τους στην Κρήτη, στα χρόνια που ο Πασχαλίδης ήταν ακόμα στους «Χαϊνιδες».

« Δεν πουλώ ύφος, στυλ, λογοτεχνία. Δεν γράφω διηγήματα. Καταθέτω γεγονότα και συμπτώματα της εποχής που ζω. Όλα όσα γράφω συνέβησαν. Σε μένα ή σε άλλους. Χρόνια τώρα σπαταλιέμαι, παρακολουθώντας όλα κι όλους. Η ζωή περνά από μέσα μου, με διαποτίζει με την ασκήμια της, με γεμίζει λύσσα με την αδικία της την οργανωμένη, με ταπεινώνει με την ανημποριά μου ν' αντιδράσω, να επαναστατήσω αποτελεσματικά, να υπερασπιστώ το μαζικό μας εξευτελισμό.Αν ξαναγινόμουν είκοσι χρόνων θα ξεκινούσα από τις κορφές των βουνών, αντάρτης, ληστής, πειρατής, ν' ανοίξω τα μάτια εκείνων που δέχονται αδιαμαρτύρητα τη μοίρα τους, όσο και κείνων που εθελοτυφλούν. Όχι, η επανάστασή μου δε θα στρεφόταν κατά του καταστημένου και του συστήματός του, αλλά εναντίον εκείνων που το ανέχονται.Θα σκότωνα, θα τσάκιζα την κακομοιριά, την υποταγή, την ταπεινοφροσύνη. Η γη έτσι κι αλλιώς δε χωρά άλλους ταπεινούς και καταφρονεμένους. Όπως δε χωρά άλλα φερέφωνα προκάτ επανάστασης.Η ζωή γίνηκε πια πάρα πολύ απάνθρωπη για να την καλουπώνουμε σε σχήματα, δε μας ανήκει καν, όπως δε μας ανήκει τίποτα, από τη γη που κατοικούμε ως τα πρόσωπά μας.Όταν ο κάθε τυχάρπαστος, ο κάθε τιποτένιος, μπορεί να μάς δέσει πάνω σε μια καρέκλα, σ' έναν πάγκο ή σ' ένα κρεβάτι, να μάς φτύσει, να μάς μαστιγώσει, να μάς βιάσει…»

(Οκτώβριος 1978, Λιλή Ζωγράφου, Επάγγελμα Πόρνη)

29/7/10

Πεθαίνω σα χώρα



Ο θεατρικός μονόλογος του Δημήτρη Δημητριάδη «Πεθαίνω σα χώρα» (απόσπασμα)…

«…Μισῶ αὐτή τή χώρα. Μοῦ ἔφαγε τά σπλάχνα. Γράφω σ’ ἐσένα γιατί μαζί ποθήσαμε νά εἶναι γόνιμα αὐτά τά σπλάχνα, κι αὐτός ὁ πόθος μᾶς ἕνωσε νύχτες καί νύχτες…καί σ’ἄλλες ὧρες τῆς μέρας, ὅταν ξαφνικά γινόταν ἕνα θαῦμα καί ξεχνούσαμε τόν τρόμο πού ἔτρεχε στούς δρόμους καθώς μές στίς φλέβες μας…τά ἐφιαλτικά δελτία εἰδήσεων πού μᾶς ἐμπόδιζαν ἀκόμα καί να κοιταζόμαστε…διαβασμένα ἀπό θεότρελους ἐκφωνητές…τά οὐρλιαχτά πού σκέπαζαν ἀκόμα καί τίς σειρῆνες τῶν ἀσθενοφόρων…

Ποτέ δέ θά τό πίστευα πώς ἡ ἀνθρώπινη φωνή μπορεῖ νά φτάσει σέ τέτοια ὕψη…νά εἶναι τόσο ἀπύθμενη…νά προκαλεῖ τόση ἀναστάτωση μέ τήν ἐπιβολή της…

Τέλος πάντων, ποτέ δέν συνήθισα τούς ἀνθρώπους ἀλλ’ αὐτό εἶναι μία ἄλλη μου ἀναπηρία. Βιάζομαι τώρα νά σού πῶ μερικά πράγματα κι αὐτά τά λόγια θά εἶναι καί τά τελευταία πού θάχεις ἀπό μένα.

Μισῶ αὐτή τή χώρα. Μοῦ ἔφαγε τά σπλάχνα. Μοῦ τά’φαγε. Τή μισῶ. Ναί, τή μισῶ, τή μισῶ. Δέν μπορεῖ μία γυναίκα νά ζήσει μέ τέτοια σπλάχνα μέσα της. Ὅσο τό σκέφτομαι, μοῦ’ρχεται νά ξεράσω τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μου. Νιώθω σάν ξέρασμα. Μπορεῖ καί νάμαι. Μία γυναίκα…δέν εἶναι σά μία χώρα πού ἀξιοποιεῖ τά ἐρείπιά της, τούς τάφους της…πού τά ξεπουλάει ὅλα γιά ἐθνικό συνάλλαγμα…ζώντας ἀπ’αὐτά.

Ἐγώ δέ θέλω νάμαι μία χώρα. Δέν εἶμαι χώρα. Δέ θέλω νά εἶμαι αὐτή ἡ χώρα. Αὐτή ἡ χώρα εἶναι νεκρόφιλη, γεροντόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός καί φόνισσα.

Ἐγώ θέλω νά εἶμαι ἡ ζωή, θέλω νά ζήσω, θα ’θελα νά ζήσω, θά’θελα νά μποροῦσα νά ζήσω, θά’μουν εὐτυχισμένη τώρα ἄν ἤθελα νά ζήσω… ὅμως αὐτή ἡ χώρα δέ μ’ἀφήνει νά τό θέλω, δέ μ’ἀφήνει νά εἶμαι ἡ ζωή, νά δίνω τή ζωή. Ἔχει φάει σάν καρκίνος, τά βυζιά μου, τά μυαλά μου, τά ἔντερά μου, ἔχει κατεβάσει ὅλες της τίς πέτρες στά νεφρά μου καί τά’χει ρημάξει, ἔχει μαγαρίσει ὅλες τίς πηγές ἀπ’ὅπου θά’τρέχε τό γάλα μου, ἔχει μαζέψει ὅλο της τό χῶμα μές στίς φλέβες μου καί μού’χει σαπίσει τό αἷμα, ἔχει κάτσει ὅλη πάνω στήν καρδιά μου καί τήν ἔχει κουρελιάσει ἀπ’τά ἐμφράγματα καί τίς ἐμβολές, κάθε θεσμός της κι’ἕνα ἔμφραγμα, κάθε νόμος της καί μία ἐμβολή, τά ἤθη τής μού’χουν σμπαραλιάσει τά πνευμόνια, ἡ ἱστορία της μέ κάνει νά τρέμω συνεχῶς ὁλόκληρη σά νά ἔχω πάρκινσον, ὁ πολιτισμός της μ’ἔχει ξεπατώσει, μ’ἔχει ξεθεώσει, δέν πάει ἄλλο, ἡ θέση της ἡ γεωγραφική εἶναι τό ἄσθμα μου, ὁλόκληρο τό σχῆμα της ἄλλοτε ἁπλώνεται πάνω στό σῶμα μου σάν γιγαντιαῖος ἕρπης ζωστήρ καί μέ τρελαίνει, κι ἄλλοτε παίρνει τή μορφή τσουγκράνας καί μπήγεται στά μάτια μου, τεράστιας βελόνας καί μοῦ τρυπάει τό κρανίο, βράχου ὁλόκληρου πού κρέμεται ἀπό τήν ἄκρη τῶν μαλλιῶν μου καί μέ παρασέρνει σέ μία θάλασσα πικρῶν δακρύων…κι ὅλο νιώθω στόν τράχηλό μου τόν ζυγό της κι ὅλο δένει τή γλώσσα μου τό τραύλισμά της κι ὅλο μου φέρνει κρύα ρίγη ἡ χυδαιότητά της…ἠ προσήλωσή της στά φαντάσματά της, οἱ ὑπεκφυγές της, οἱ ἀντιγραφές της, τά φρακαρισμένα της μυαλά, τά πτώματά της, τά κιβούρια της, τά ἐγκλήματά της…

Αὐτή ἡ χώρα εἶναι τό χτικιό μας. Θά μᾶς πεθάνει, θά μᾶς ξεκάνει. Πῶς θά γλιτώσουμε; Μᾶς πίνει τό αἷμα, μᾶς τό πίνει….Ὁ κάθε πόρος της εἶναι καί μία τσέτα, κάθε γωνιά της κι ἕνα λάζο, κάθε χιλιοστό της καί μία τσάκα, εἶναι γεμάτη ξόβεργες θανάτου καί κοφτερούς σουγιάδες, ἄντρο φονιάδων, ἀπατεώνων καί ἠλιθίων, λημέρι ἄνανδρων γαμιάδων κι ἀνίκανων σωματεμπόρων, μᾶς πατάει τό κεφάλι μέσα στά σκατά της, μᾶς δίνει λυσσασμένες κλωτσιές στ’ ἀρχίδια, μᾶς λιώνεις, μωρή, μᾶς στραγγίζεις, μᾶς ρημάζεις, μᾶς διχάζεις, μᾶς πνίγεις, μᾶς καταδικάζεις, μᾶς πεθαίνεις, μᾶς πεθαίνεις, σκρόφα, ξεπουλημένη, μολυσμένη, ψειριάρα, φαρμακοδότρα, φιδομάνα, λύκαινα, γύφτισσα, αἱμομίχτρα, πού ὅλο μαϊμουδίζεις καί παπαγαλίζεις, κατσικοπόδαρη, δίσεχτη, κακορίζικη, δέ σέ μπορῶ, δέν τήν μπορῶ, τή δολοφόνα, τήν παιδοκτόνα, τή ζαβή, τή χολεριασμένη, τή στραβοκάνα, τήν γκαβή, τό τσόκαρο, τήν παλιόγρια, τήν παλιόγρια, πού κακοχρόνο νά’χει, δέν ἀντέχω πιά τίποτα δικό της, τίποτα, τίποτα, τή μισῶ, τή μισῶ, τή μισῶ, ἄχ, ἄχ, σέ μισῶ, σέ μισῶ, σέ μισῶ, σέ μισῶ, θά πεθάνω, τέρας, καί θά ἐξακολουθῶ νά σέ μισῶ, ναί, τό μίσος βράζει μέσα μου, θέλω νά γράψω τούς ἀνάποδους ὕμνους ἀπ’αὐτούς πού γράφτηκαν ὡς τώρα γι’ αὐτήν, λέξη πρός λέξη νά τήν τουφεκίσω καί νά τήν παραχώσω σά σκυλί μέ τά ἴδια μου τά χέρια…Δέν εἶμαι πιά γυναίκα…Οὔτε κι ἐσύ πιά εἶσαι ἄντρας…

Μᾶς τά πῆρε ὅλα αὐτή…Τί θά μείνει ὅμως ἀπ’αὐτήν χωρίς ἐμᾶς; Τί θά εἴν’αὐτή ὅταν δέ θά’χει μείνει τίποτα ἀπό μᾶς;…Τό χῶμα της ἔχει πάρει τό σχῆμα μου… Τό σῶμα μου ἔχει πιά τίς διαστάσεις της… Ἔχω μέσα μου τή μοίρα της…

Πεθαίνω σά χώρα…»

15/6/10

Η μανά σου η Ελλάς, στου κόσμου τα λιμάνια χάνεται ...



Αν φανταζόταν το Αβέρωφ ότι θα ερχόταν η στιγμή, στο όνομα της Επαίσχυντης χλιδής, να χαρακώνεται το κατάστρωμά του από 12ποντα στιλέτα μοντελοπνιγμένων, να καίγεται από τις γόπες των ποδοπατημένων αποτσίγαρων (που να πας μέχρι το τασάκι μωρέ... δεν έχει και πρόχειρες Φιλιππινέζες να τα πετάξουν), και να "μεθούσε" από τη χυμένη πανάκριβη Σαμπάνια.... τότε θα αυτοβυθιζόταν.



Δεν μου καίγεται καρφί για το τι απέγινε ο αρχιπλοίαρχος του "Αβέρωφ". Ηταν το εύκολο εξιλαστήριο θύμα. Ο αληθινός υπεύθυνος, το πλούσιο κωλόπαιδο που μετέτρεψε τα "Ποσειδώνια" σε πριβέ πάρτυ, δεν θα χάσει ούτε μια ώρα από το μακάριο ύπνο του. Ίσως όμως τα υπόλοιπα πλούσια κωλόπαιδα να το σκεφτούν πλέον δυο φορές πριν αγκαζάρουν Ο,ΤΙ τους καυλώσει.



"Για μια ακόμη νύχτα πλούσιοι και φτωχοί θα κοιμηθούν κάτω από τον ίδιο ουρανό. Ανησυχώ για τον Λεό. Είναι τόσο ταραγμένος. Ακούει όλους αυτούς στα κανάλια, που τον βρίζουν, χωρίς καν να τον γνωρίζουν. Χαϊδεύω τα μαλλιά του και του ψιθυρίζω: "Αγάπη μου, δεν μιλούν οι ίδιοι. Μιλάει ο φθόνος."

(Απόσπασμα από το ημερολόγιο της Μαριέτας Χρουσαλά)



Κατόπιν εορτής: Υποθέτω ότι η Ακρόπολη παραχωρείται μόνο όταν παντρευτείς μεγαλοεργολάβο.