Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λεξεις και επιθυμιες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λεξεις και επιθυμιες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11/4/10

Tου χεριού σου η χάση



Μου είχες πει μια φορά
«ό,τι τρέμει πονά
και γυρεύει ένα χέρι να πιάσει»

Είχε αέρα η βραδιά
και φεγγάρι στη χάση

Τώρα φυσάει ξανά
το φεγγάρι ψηλά
μα το άγγιγμα σου θα έχει γεράσει

Γιατί τρέμω πολύ
και το χέρι δε λέει να περάσει.

Γιώργος Ποταμίτης

5/3/10

To έλαβες;



Σου ταχυδρόμησα ένα βότσαλο
χθες.

Στην άμπωτη το βρήκα
τη σαρκοφάγο κάθε πλημμυρίδας.

Ολόιδιο με πετρωμένο πρόσωπο λυγμού
απροσδιορίστου ηλικίας
– άγνωστο πότε εισχώρησε στο στέρνο μας
αυτό το θορυβώδες φέρσιμο των δακρύων
ούτε ξεκαθάρισε ποτέ
αν ο λυγμός είναι προϊόν των γεγονότων
για η κανονική ανάσα των ονείρων.

Ίδιο με πρόσωπο λυγμού.
Στενότερος του δέοντος
ο δρόμος του μετώπου
λίγο φουρνέλο στα ζυγωματικά
το στόμα λειωμένο
– είθε από τα’ ασίγαστα φιλιά
που του ‘δινε το κύμα.

Άθικτες οι κόγχες των ματιών.
Η μία μισάνοιχτη φρικιώσα
να περιγράψει τον διαρρήκτη
ή άλλη κούφια ορθάνοιχτη
να τον καθιερώσει.

Μόλις το λάβεις

εσύ που ξέρεις να πεταλώνεις χρώματα
και να δαμάζεις ποιάν απόχρωση
παίρνει το ακατόρθωτο όταν αφηνιάζει
ζωγράφισέ μου σε παρακαλώ
αυτές τις άδειες κόγχες
με χρώμα βαρύ, σιδερένιο, κλειστό
διπλαμπαρωμένο
να μοιάζουνε απόρθητες

στη μία να φυλάσσονται τ' αμέτρητα
τ' αμύθητα στην άλλη

να ξεγελιέμαι να μη βλέπω

να χάσκουν τόσο αδειανά
λεηλατημένα
αυτά τα θησαυροφυλάκια όσων είδαν

και τι δεν είδανε τα μάτια μας.


ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ
Από την ποιητική συλλογή της «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως»

24/2/10

Αστικόν το-πύον



Ανάμεσα στους πιο κακοφωτισμένους δρόμους της πόλης μου υπάρχουν κατι στενά σοκάκια, σκοτεινά και βρώμικα και πάντοτε βρεγμένα.

Κάποτε, λένε, κάποιοι ίσως ζούσαν εκει μέσα.

Τώρα πια – αν τα βρεις – ακούς μόνο ψιθύρους, μοιάζουν με το θόρυβο που κάνει το τσιγάρο σου όταν ανάβει ή μια ηλεκτρική λάμπα που ετοιμάζεται να ξεψυχήσει.

Σαν αυτή που βρίσκεται απέναντι από το σπίτι μου.

Ακούω το βιολί από το διπλανό διαμέρισμα. Ένας τοίχος μας χωρίζει μονάχα.

Οι τοίχοι ποτέ δεν τα κατάφερναν με τις νότες.

Ούτε ο διπλανός.

Ψιχαλίζει απόψε, κάποιος ετοιμάζει μια βαλίτσα, κάποιος άλλος μια ληστεία.

Ο ένας ανυπομονεί να φύγει, ο άλλος να ληστέψει το σπίτι του.

Το ταβάνι στάζει, η ταπετσαρία είναι σχισμένη σε εκατό σημεία.

Το βιβλίο που διαβάζω δεν έχει την τελευταία σελίδα. Ούτε και την πρώτη. Ίσως τελικά να ήταν η ίδια.

Το ποτήρι μου είναι πάλι στεγνό. Το στόμα μου το ίδιο και το φως της λάμπας κίτρινο.

Εκείνη κοιτάζει το ταβάνι, ήσυχη. Εκείνος νομίζει ότι της κάνει έρωτα.

Το κρεβάτι συγκρατιέται να μην τρίξει και ξυπνήσει το πεθαμένο πάθος.

Θέλω να το σπάσω το γαμημένο το κρεβάτι σου.

Θέλω να βγω έξω και να τα σπάσω όλα.

Κάποιες βιτρίνες μας κοιτάζουν σοβαρές. Κάποιες άλλες κάνουν εκπτώσεις.

Μικρός ήθελα να γίνω σκουπιδιάρης. Να πηγαίνω βόλτα μες στη νύχτα κρεμασμένος πίσω από τη σκουπιδιάρα. Και να νιώθω τις ψιχάλες στο πρόσωπο μου.

Οι τηλεοράσεις δείχνουν τα ίδια παγωμένα χαμόγελα . Οι κανάπεδες τις φλερτάρουν με ουίσκια και μπύρες. Το σπίτι είναι κρύο, όλη η πολυκατοικία είναι κρύα και στην κορυφή της οι κεραίες προσπαθούν να φτάσουν τα σύννεφα.

Μια οικογένεια ετοιμάζεται να γευματίσει. Το πεζοδρόμιο έχει φτάσει μέχρι την τραπεζαρία τους.

Και τα λεωφορεία πιτσιλάνε το καλαθάκι με το ψωμί.

Τα παιδιά κυνηγάνε τον κουτσό στην πλατεία.

Του πετάνε μολότωφ και κέρματα.

Οι παπάδες γελάνε, οι περιπτεράδες μαζεύουν τα κέρματα. Μπορεί και ανάποδα.

Στο ίδιο πάντα μπαρ, μεθυσμένος, αγκαλιά με τον υπόνομο, ξερνάει και το αλκοολ φτάνει βαθιά μέσα στη μήτρα της πόλης. Εκείνη όμως δεν πρόκειται να μεθύσει ποτέ. Έτσι δεν είναι;

Η φωνή του γδέρνει το λαιμό του. Η ηχώ των υπονόμων γδέρνει το μυαλό του. Και κάπου παραδίπλα, μέσα στα σκοτεινά σοκάκια, νομίζεις πως ακούς ψιθύρους.

Όμως δεν υπάρχει τίποτα για να ακούσεις.

Οι πόλεις μας έγιναν σιωπηλά φρούρια. Και μεις σιωπηλοί φρουροί τους.

Ψιχαλίζει απόψε, η πόλη βιάζεται να κοιμηθεί...


Ο ιππότης του Πύργου

25/11/09

Πρώτες βοήθειες σε περίπτωση υστερίας



Μια μέρα, μου έρχεται η πιο όμορφη ίσως γυναίκα του νησιού -αλήθεια, ρε, πόσο φτωχιά και μίζερη είναι η μοναξιά χωρίς γυναίκα, δεν μπορείς να το φανταστείς.
Έρχεται, που λες, κάθεται στην πολυθρόνα, είναι καλοκαίρι, φοράει ένα τσιτάκι που κολλάει σα γάντι στο κορμί της, είναι κατάμαυρη απ’ τον ήλιο και μοσκοβολάει θάλασσα και βασιλικό.

Ευτυχώς, εγώ φοράω ιατρική μπλούζα. Έτσι όταν, σε κάθε άγγιγμα της γυναίκας, όπως είναι φυσικό, μου σηκώνονται τα πάντα, δεν κινδυνεύω να γίνω ρεζίλι.

Όμως ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι από πάνω μου, τα πόδια μου κόβονται, η γλώσσα μου είναι ξερή σα μετζεσόλα και τα χέρια μου τρέμουν σα να ‘χω Πάρκινσον. Κάθεται λοιπόν, της λέω; τι συμβαίνει; Μου λέει, γιατρέ, του δόντι μ’, θα πεθάνω. Της λέω, ποιο; Μου δείχνει στ’ αριστερά τής άνω γνάθου.

Είχε κάτι μελαχρινά βυζιά, οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας, με δυο τσιτωμένες ρόγες που σου έβγαζαν γλυκά γλυκά τα μάτια. Ε, μόλις κάνω να σκαλίσω το δόντι με το άγκιστρο, γίνεται τάβλα, ξύλο, σου λέω. Τα μάτια της έχουν γυρίσει ανάποδα και το κορμί της έχει τεντώσει πάνω στην πολυθρόνα. Είμαι μόνος μου στο ιατρείο, ξέρω ότι αυτό είναι υστερία -ναι, μας κάνανε μαθήματα σ’ όλους τους υγειονομικούς- τη σηκώνω και την ξαπλώνω στον καναπέ. Ε, αφού κάνω τα εύκολα, της δίνω μπατσάκια, της τρίβω τους καρπούς των χεριών, κι αυτή δε λέει να συνέρθει, βάζω το χέρι μου κάτω απ’ το φουστάνι της, κάνω στο πλάι την κιλότα κι αρχίζω με τις ρώγες των δαχτύλων μου, αφού τις σάλιωσα πρώτα, να της χαϊδεύω την κλειτορίδα, που στο πρώτο άγγιγμα σηκώθηκε σαν το πουλί του Ερμαφρόδιτου…

Ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι από πάνω μου και τρέμω ολόκληρος. Δεν ξέρω πώς θα εξελισσόταν η ιστορία -ξέρεις, ρε, τι είναι να έχεις χρόνια ν’ αγγίξεις γυναίκα, και ξαφνικά η φούχτα σου να καίγεται από ένα ολάνθιστο, τρυφερό μουνί που συσπάται και υγραίνεται στο χάδεμά σου…

Ευτυχώς, εκείνη την ώρα ακούω βήματα στην ξύλινη σκάλα, το σπίτι ήταν δίπατο, βλέπω το κεφάλι ενός παλιού συντρόφου Ακροναυπλιώτη να με κοιτάει με φρίκη. Με το που με βλέπει, κατρακυλάει τις σκάλες και φεύγει. Αυτό με συνέφερε, γιατί όπως πάλλονταν η γυναίκα, τραβούσε τα δάχτυλά μου προς τα μέσα, όπου τα τοιχώματα του κόλπου της, βελούδινες μυλόπετρες, τα συνέτριβαν, και γω χάδευα σαν τρελός, ξεχνώντας πια ότι αυτό ήτανε φάρμακο για να συνέρθει από την υστερία της -ούτε άκουγα τα βογκητά της, ούτε είδα τα μάτια της που άνοιξαν και με κοίταγαν με μια τρελή επίκληση…

Τράβηξα το χέρι μου, υγρό και σπαραγμένο, πήγα πίσω από το παραβάν στο νεροχύτη, τάχα να πλυθώ, σηκώθηκε, κι αφού έφκιαξε την κιλότα της, κατακόκκινη, μου είπε ένα «με συγχωρείτε» και κατρακύλησε κι αυτή τις σκάλες…
Το μεσημέρι με ειδοποίησαν ότι με ζητάει ο στρατοπεδάρχης. Πήγα, ήταν εκεί ο σύντροφος που σου είπα και ο υπεύθυνος του υγειονομικού, ένας τσίφτης που στον πολιτικό του βίο, που λένε, ήταν γκαρσόν. Μου λένε, κάτσε, κάθομαι. Λένε του μπαρμπα-Λευτέρη, λέγε. Κι αυτός, μέσα στη σύγχυσή του, ούτε λίγο ούτε πολύ, λέει ότι ήμουνα καβάλα στη γυναίκα.

Μια ζωή μέσα ο κακομοίρης, σάματις ήξερε και πώς σμίγουν οι άνθρωποι;

Τι να πεις. Τέλος, ύστερα από τις επιδέξιες ερωτήσεις του υγειονομικού, πείστηκαν όλοι ότι η γυναίκα είχε πάθει υστερία και γω προσπαθούσα να τη συνεφέρω, και μένα μου ‘ρχονταν να κόψω το χέρι μου και να το πάρω αγκαλιά…
Τέλος, τους λέω ότι αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί, δηλαδή να κάνω τον οδοντογιατρό και στους ντόπιους, γιατί είναι σίγουρο ότι ή θα πάω στο τρελοκομείο, ή θα πατήσω το «άρθρον δέκα» και θα με απομονώσουν…

Πράγματι, κόψαμε τις ιατρικές παρτίδες με τους ντόπιους, παρά τις διαμαρτυρίες τους, μια κι έτσι έπρεπε να πάνε στη Λήμνο ή στον Πειραιά για τα δόντια τους…
Έτσι λοιπόν ‘σύχασαν και μένα λίγο τα νευροφυτικά μου…


Χρόνης Μίσσιος, χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε; (εκδ. γράμματα)

19/11/09

Τα 37 είδη των οργασμών



1. Γεωγραφικός : Εδώ ! Εδώ ! Ή Εκεί ! Εκεί !

2. Θρησκευτικός ; Θεέ μου !!!

3. Αυτοκτονίας : Πεθαίνω !!!!!!

4. Δολοφονίας : Αν σταματήσεις σε σκότωσα !!!

5. Θετικός : Ναι ! Ναι ! Ναι ! Ναι ! Ναι !

6. Αρνητικός : Όχι ! Όχι ! Όχι ! Όχι ! Όχι !

7. Στιγμιαίος : Τώρα ! τώρα ! τώρα !

8. Επίπονος : Ωχχχ ! αχχχχχχ ! Ωχχχ !

9. Οργασμός του τρόπου 1 : Πιο γρήγορα ! Πιο γρήγορα !

10. Οργασμός του τρόπου 2 Πιο δυνατά ! Πιο δυνατά !

11. Επεξηγηματικός : Έτσι ! Έτσι ! Έτσι !

12. Επιβεβαιωτικός : Αυτό είναι ! Αυτό είναι !

13. Μαραθώνιος : Φτάνω !! Φτάνω !!

14. Τελειωτικός : Τελειώνω !! Τελειώνω !!

15. Οργασμός της αγελάδας : Μμμμμμμμμμμμμμμμμμμ

16. Οργασμός της πάπιας : Α-παπα παπα-παπα !!

17. Οιδιπόδειος : Τι σου κάνω, μάνα μου !

18. Πατρικός : Παιδί μου !!!

19. Ο οργασμός του μαμάκια : Μάνα μου, ώχου, μάνα μου !!

20. Ο οργασμός του ανοιχτοχέρη : Πάρτα !!!

21. Ο οργασμός της Νατάσας : Αχ Κώστα-Κώστα

22. Ο οργασμός του κάμπινγκ : …..( για να μην σ’ ακούσουν από τις διπλανές σκηνές )

23. Οργασμός παντρεμένων : Το ταβάνι θέλει βάψιμο Κώστααα !

24. Οργασμός της μοδίστρας : Σκίσε με !

25. Οργασμός του πλεονέκτη : Κι άλλο !! Κι άλλο !!

26. Οργασμός της θρησκευόμενης : ? η-Γιώργη μου !! Καβαλάρη μου !!!

27.Οργασμός του γιατρού : Πάρτα, μωρή άρρωστη !!

28. Οργασμός της βρεφονηπιοκόμου : Μωράκι μου,..Μωράκι μου !!

29. Οργασμός του ανασφαλή : Σ’ αρέσει ; Ε ; Σ’ αρέσει ;

30. Οργασμός του περίεργου : Τι σου κάνω ; Πες, τι σου κάνω ;

31. Οργασμός της ψυχρής : Λιώνω !!!

32. Οργασμός της ψεύτρας : Τελείωσες καρδούλα μου ; Αχ, αχ κι εγώ

33. Οργασμός του ψυχιάτρου : Με τρελαίνεις !!

34. Οργασμός του G.P.S. : Πιο πάνω... πιο πάνω... πιο δεξιά. Εκεί, εκεί ανάμμεσα !!

35. Οργασμός της ανοργασμικής : Τελείωσες ; Μπορούμε τώρα να συζητήσουμε λίγο σοβαρά για τη σχέση μας ;

36. Βλάχικος οργασμός : Οη,Οη, μάνα μ’ !!!

37. Κρητικός οργασμός : Ωφού !!Ίντα μου κάνεις και με κουζουλαίνειs.

30/10/09

Δύο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις




Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΗΣ

Όλη νύχτα
Έβλεπα την κοιλιά σου να μεγαλώνει
Το σάλιο μου μύριζε πετρέλαιο
Πάνω στο καμένο κορμί
Ένα πλοίο από πορσελάνη
Χυνόταν κάθε λίγο στο στόμα σου
Με κομμένα σκοινιά

Όλη νύχτα
Μ’ έναν φακό
Μάζευα σπασμένα γυαλιά
Από τις αποθήκες σου
Σε άνοιγα και σε έκλεινα
Ως τα κάγκελα της ψυχής
Ως εκεί που μπορεί να φτάσει
Ένας υποψήφιος νεκρός

Προσέχοντας πολύ
Να μην τρομάξω
Την αναπνοή της

Με την πανοπλία μου


ΛΙΓΟ ΑΚΟΜΑ Π ΠΡΙΝ ΠΕΡΑΣΕΙ(Σ)

Ερχόμουν από μακριά
Με τους χειροποίητους μύθους μου
Με τις φυσιογνωμίες των σωμάτων
Γεμάτες λάσπη
Είχα συνηθίσει πια
Να επιπλέω στην καθαρότητα
Ό,τι ήθελα να πω
Το έλεγα πρώτα στον εαυτό μου
Για δοκιμή

Μια μέρα
Άρχισα να σου μιλάω ακατάπαυστα
Και κόλλησαν τα χείλη μου Άνδρο
Όπως έβγαινε η φωνή μου
Λιγόστευα

Εσύ πάλι τι κάνεις
Όποτε το θυμάσαι
Κατεβάζεις τα σκουπίδια στη θάλασσα
Ξεσκόνισε και λιγάκι
Τόσες λέξεις είναι πεταμένες στο πάτωμα

Δε βλέπεις ότι αν συνεχίσουμε έτσι
Θα μας φάει η σκόνη;



Την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου κυκλοφορεί το νέο βιβλίο
του ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ
"ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ"
από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

19/10/09

Οιονεί ποίημα

Λαθρεμπόριο, γιατρέ μου, ιδεών
λαθρεμπόριο αισθημάτων.
Έκλεισα τα εξήντα κι είμαι παρών:
έτοιμος προς εκποίησιν των τραυμάτων.
Ξόδεψα τη νοσταλγία των ουρανών
βγήκα με ψευδώνυμο στο κυνήγι.
Διαπρεπής στοχαστής, σώφρων,
πλην όμως η πελατεία μου λίγη.


ΜΑΡΚΙΔΗΣ ΜΑΡΙΟΣ

13/10/09

Σκορπώ και μαζεύομαι


Mοιάζεις με ντέφι ζωγραφιστό
μοιάζω με πίθηκο
βρίζεις και απλώνεσαι σαν τρέλα
σκορπώ και μαζεύομαι σαν πραγματικότητα
με μουτζώνεις και γελάς
σε τσιμπώ και βρυχάω
σκίζεις τις ζωγραφιές σου
σπουδάζω με τις αιτίες του κακού
συνορεύεις με την Κόλαση
δηλητηρίασα τους γείτονες μου
κουρδίζεις τις κιθάρες
γυαλίζω τα τύμπανα
συλλέγεις ευαίσθητες (ατυχείς) στιγμές
ανήκω στην συλλογή σου
αντανακλάς την ευτυχία
μαλώνω με τα φεγγάρια
αγαπάς

1/10/09

Moυ λείπεις


Η νύχτα απόψε παρόλο που είμαστε στο φθινόπωρο, μυρίζει γιασεμί και νυχτολούλουδο. Ευλογία. Στην Ελλάδα, στις πόλεις, στα μπαλκόνια μας, ακόμη και στις αυλές μας ζούνε νυχτολούλουδα. Ξέπνοα. Που νοτίζουν τον αέρα και μας κάνουν να ξεχνάμε τις ασχήμιες που αναπνέουμε. Που δεν μπορούμε να αναπνεύσουμε τελικά.

Είναι βράδυ του Οκτώβρη, ζεστό. Ακούω ανθρώπους έξω να κάθονται στα μπαλκόνια τους μπας και ξεφύγουν από τις σκέψεις τους. Κουβεντιάζουν ήσυχα, γελούν, τρώνε κάτι, μόνοι ή με παρέα. Κάτι τέτοιες νύχτες νιώθω ένα κενό.

Δε φυσά πια.

Διάβαζα ένα κείμενό σου απόψε… με ευλάβεια, σαν να ήταν το γράμμα που περίμενα από χρόνια. Δε μιλούσες για όνειρα και χαμόγελα. Έγραφες για τους εφιάλτες σου, πλεγμένους με θάλασσες και ηφαίστεια. Για το σούρουπο και τη θλίψη του. Για μυαλά που ανοίγουν τα φτερά τους, για στιχάκια ξεχασμένα, γεμάτα αρμύρα και ήλιο που σε καίει και πας να κρυφτείς. Όνειρα με ετερόφωτα στηρίγματα.

Σου χω πει πόσο πολύ θέλω να είμαι μαζί σου;

“Και ένιωσα τόσες φορές τόσο κοντά.. Και παρέλυσα, και δείλιασα…”. Τόσες εναλλαγές συναισθημάτων. Σκέφτομαι όλα αυτά που είμαι και αυτά που δεν υπήρξα… για μένα και για σένα. Νιώθω πως η επιλογή, τελικά δεν ένα μεγάλο αδιέξοδο. Τι περίεργη έννοια που είναι η επιλογή. Είναι σαν να υπάρχει και να μην υπάρχει ταυτόχρονα. Σαν να έχεις και να μην έχεις. Και το λάθος είναι τόσο κοντά, και τόσο μακριά ταυτόχρονα. Ποιο είναι το λάθος και ποιο είναι το σωστό;

Μέρες τώρα σε κουβαλάω στο πορτμπαγκάζ της ψυχής μου. Εκεί που βάζουμε πράγματα που χρειάζομαστε… και πάντα ξέρουμε ότι είναι εκεί, ακόμα και όταν τα ξεχνάμε. Κι όμως το σημάδι σου εκεί. Είναι τώρα καιρός που έχει αρχίσει να μεγαλώνει. Σε όλες τις διαδρομές μου, στη δουλειά και πίσω. Κάπου είσαι πάντα μαζί, στις μουσικές που βάζω, στα στιχάκια που γράφω, στις βόλτες μου στην φωτισμένη πόλη. Τυλιγμένη η αποσκευή σου γύρω μου, σαν σατέν φουλάρι γύρω από το λαιμό μου.

Θα ήθελα να βγαίναμε, ή να μέναμε σπίτι. Οι κουβέντες μας να είναι γεμάτες γαλήνη. Την σκέφτομαι συνέχεια τούτη την γαλήνη. Απλή μέσα στον ενθουσιασμό της κι όμως πάντα την περιβάλει μια μαγεία. Κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω. Ίσως πάλι να το βλέπω μόνο εγώ. Μερικές βραδιές, πονάω από έρωτα. Μοιάζει σαν σχεδόν ξεχειλισμένο ποτήρι έτοιμο να σπάσει.

Από έναν έρωτα που δεν υπάρχει πουθενά στα αλήθεια.

29/9/09

“Κι εσύ, σαν να μιλάω…”


« Kι εσύ, σαν να μιλάω σε ντουβάρι –
ποτέ σου δεν κατάλαβες πώς νιώθω,
κι όταν ανοίγω μια κουβέντα σταματάς,
δεν θες ν’ ακούσεις – »
. … . . ……………………….. …τί ν’ ακούσω, τί να πω·
να σκύψω να φιλήσω το μουνί σου,
κι όλα θα βρουν τη θέση τους στον κόσμο.
« Ο νους σου στο μουνί – »
……………… . …….. … …….. ….. . .ποιόν ενδιαφέρουν
οι φλογεροί συναισθηματισμοί μας
κι εκείνες οι αβρές ιδανικεύσεις,
οι έρωτες, οι κρίνοι, τα σονέτα.

Και κάτω απ’ την αβρότατη επιφάνεια,
όχι πολύ βαθιά, δυο λέξεις μόνο
κάτω απ’ την επιφάνεια, το κτήνος,
το θνήσκον κτήνος – θέλει να γαμήσει,
αυτό μονάχα· όλα τ’ άλλα θα ’ναι
φαντάσματα του στερημένου ανθρώπου,
σταυροφορίες στην οθόνη τ’ ουρανού.
Αν μείνει κάτι θα ’ναι το γαμήσι.

Αν κάποιος αγαπήσει μια γυναίκα,
το σώμα μιας γυναίκας ή κι ακόμη
μέρος του σώματός της ( αυτό μόνο
ένας αληθινός ηδονοθήρας
είναι σε θέση να το καταλάβει ),
μπορεί να εγκληματήσει, να σκοτώσει
τη μάνα, τον πατέρα, τα παιδιά του•
ο Πούσκιν είχε πάθος με τα πόδια
των γυναικών κι έγραψε στίχους• άλλοι,
χωρίς να γράφουν στίχους, δεν αντέχουν
να τα κοιτάξουν καν με ηρεμία
( Φ. Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμαζώφ ).

Το αιδοίο και το θαύμα μιας απόλυτης
παράδοσης στον κόλπο της γυναίκας –
αυτό ποθώ, δεν το ’κρυψα ποτέ μου·
μόνο από μένα κρύβομαι, τη βία
του κρατημένου πόθου που με πνίγει,
και πρέπει γράφοντας να εξανθρωπίσω
εικόνες άφατης λαγνείας : το μουνί,
το λαγαρό αιδοίο, ένας κόσμος
αδιάφορος στο φόβο του θανάτου.

Και τώρα μίλησέ μου εσύ για τ’ άλλα.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ
Ο κρότος του χρόνου, 2007

22/9/09

Η επιθυμία σε pixel


Χειμώνιασε και στο Hotel Memory οι ένοικοι μαζεύονται νωρίς στα δωμάτιά τους και σερφάρουν στο διαδίκτυο. Διαβάζουν blogs και προσπαθούν να εντοπίσουν τους bloggers που πάσχουν από τα λεγόμενα "Θανάσιμα Αμαρτήματα". Προσπαθούν να ξετρυπώσουν τον κατεξοχήν πάσχοντα και αστείο blogger. Λάγνος, λαίμαργος ή ματαιόδοξος; Μπορεί και τα τρία…

Λέξεις σωτέ, λέξεις φλαμπέ, λέξεις ψιλοκομμένες, λέξεις σε γλάσο βαλσαμικού, λέξεις καραμελωμένες…λέξεις τηγανητές, λέξεις μαριναρισμένες στο κρασί ή το ουίσκι…λέξεις ψητές, λέξεις ζυμωμένες, λέξεις ζαχαρωτές… Λέξεις, λέξεις, λέξεις..

Λόγος μακροπερίοδος· δίνει ένταση και τονίζει καλύτερα το απνευστί. Το απνευστί αρέσει πολύ σ' αυτόν τον μπλόγκερ. Στην αρχή τα επιρρήματα, πρώτα αυτά του χρόνου και στη συνέχεια τ'άλλα, του τόπου· κάπου στη μέση το ρήμα κολλητά με το υποκείμενο για να δίνει την αίσθηση της κορύφωσης. Στ' αποσιωπητικά, ακούω μια ανάσα μισοναζιάρικη, μισοπαραπονιάρικη, κάτι σαν αναστεναγμός ικανοποίησης.Ενίοτε χρησιμοποιεί φράσεις κοφτές: μία λέξη σωτέ που ακολουθείται από μια φλαμπέ και η φράση τελειώνει με μια λέξη καραμελωμένη…

Φιλί πεταχτό; Πιπίλισμα του κάτω χείλους ή μια δαγκωνιά στο λαιμό; Αναρρωτιέμαι αν του αρέσει το στακάτο πιο πολύ από το απνευστί αλλά αμφιβάλω αν ξέρει και ο ίδιος…

Λέει πως γράφει σ'ενα λάπτοπ, ίσως στο κρεβάτι του. Θα τεντώνεται λίγο κουρασμένος. Πρέπει να είναι κουραστικό να σωτάρεις, να φλαμπάρεις, να καραμελώνεις 1000 τόσες λέξεις, είναι και πολυλογάς. Πετάγεται αλαφιασμένος όταν συνειδητοποιεί ότι εκείνη δίπλα του έχει αποκοιμηθεί.

"Μα πότε κοιμήθηκε;".

Μάλλον όταν σωτάριζε το τροπικό επίρρημα για το δεύτερο απνευστί. Εκνευρίζεται. Δεν του αρέσει να ξεμένουν στο κρεβάτι του, κάπως έτσι αρχίζουν τα πολλά κολλητιλίκια. Να την ξυπνήσει για να την ξαποστείλει, αποκλείεται! Αυτός, ένας δανδής; Jamais! Την αγκαλιάζει απαλά και χώνει τη μύτη του στα μαλλιά της, στη βάση του σβέρκου της.

"Μμμμ…Ωραία είναι! Μήπως την πάρω αγκαλιά και κοιμηθώ; Μήπως μετανοήσω για το λάγνο αμαρτωλό παρόν ξεπλένοντάς το στο καθάριο ρυάκι του "μανικού έρωτα;" αναρρωτιέται αυτοσαρκαστικά.

Ο εξαγνισμός στα καθάρια ρυάκια του έρωτα και η μετάνοια αναβάλλονται επ'αορίστω. Αρχίζει να τη φυλάει απαλά στο λαιμό με "άγριες διαθέσεις" αλλά εκείνη διαμαρτύρεται.

" Όχι τώρα! Κοιμάμαι! Μα τί λαίμαργος που είσαι τέλος πάντων!"

Λαίμαργος αυτός; Ο λάγνος;! Μα γιατί τον βρίζει;

Τη σκεπάζει προσεκτικά, σηκώνεται από το κρεβάτι στις μύτες των ποδιών του και κουβαλώντας το λαπτοπ και μια κουβέρτα, βολεύεται στον καναπέ. Κάνει Log-In στο μπλογκ , επιλέγει "new post" κι αρχίζει:

Λέξεις σωτέ, λέξεις φλαμπέ, λέξεις ψιλοκομμένες, λέξεις σε γλάσο βαλσαμικού, λέξεις καραμελωμένες…λέξεις τηγανητές, λέξεις μαριναρισμένες στο κρασί ή το ουίσκι…λέξεις ψητές, λέξεις ζυμωμένες, λέξεις ζαχαρωτές… Λέξεις, λέξεις, λέξεις…

Αθήναιου Βορβορυγμοί