9/3/10

Kάτι ξεχασμένα γράμματα


... σου γράφω πάλι κρυφά απ’ τον καιρό
βλέπεις δεν θέλει ο καιρός να έρχομαι σε εσένα
γιατί δεν ξέρει τι θα πει «κοντά σου ξαναζώ»
ούτε που ξέρει πως μιλούν μέσα μου τα θαμμένα

μα όσο σου γράφω γύρω μου ξεθάβονται οι ώρες
κι ακούγονται σαν σε ηχώ κάτι παλιές χαρές μας
μα λασπωμένα βήματα από μεγάλες μπόρες
θολώνουνε τη μνήμη μου, αν ήτανε δικές μας

θυμάμαι μόνο που έσκαβε επάνω μας ο χρόνος
θυμάμαι που μας έπαιρνε σιγά σιγά η συνήθεια
και έμενε στη θέση μας σαν ξένος ένας πόνος
θυμάμαι κι όσα ψέματα μας έλεγε η αλήθεια…

πες μου θυμάσαι τίποτα απ’ όσα μου λένε οι ώρες;
θυμάσαι τίνος τις χαρές λασπώσανε οι μπόρες;
γράψε μου σε παρακαλώ κι αν ήτανε χαρές μας
κείνες που λέει η ηχώ πως ήτανε δικές μας.


5/3/10

To έλαβες;



Σου ταχυδρόμησα ένα βότσαλο
χθες.

Στην άμπωτη το βρήκα
τη σαρκοφάγο κάθε πλημμυρίδας.

Ολόιδιο με πετρωμένο πρόσωπο λυγμού
απροσδιορίστου ηλικίας
– άγνωστο πότε εισχώρησε στο στέρνο μας
αυτό το θορυβώδες φέρσιμο των δακρύων
ούτε ξεκαθάρισε ποτέ
αν ο λυγμός είναι προϊόν των γεγονότων
για η κανονική ανάσα των ονείρων.

Ίδιο με πρόσωπο λυγμού.
Στενότερος του δέοντος
ο δρόμος του μετώπου
λίγο φουρνέλο στα ζυγωματικά
το στόμα λειωμένο
– είθε από τα’ ασίγαστα φιλιά
που του ‘δινε το κύμα.

Άθικτες οι κόγχες των ματιών.
Η μία μισάνοιχτη φρικιώσα
να περιγράψει τον διαρρήκτη
ή άλλη κούφια ορθάνοιχτη
να τον καθιερώσει.

Μόλις το λάβεις

εσύ που ξέρεις να πεταλώνεις χρώματα
και να δαμάζεις ποιάν απόχρωση
παίρνει το ακατόρθωτο όταν αφηνιάζει
ζωγράφισέ μου σε παρακαλώ
αυτές τις άδειες κόγχες
με χρώμα βαρύ, σιδερένιο, κλειστό
διπλαμπαρωμένο
να μοιάζουνε απόρθητες

στη μία να φυλάσσονται τ' αμέτρητα
τ' αμύθητα στην άλλη

να ξεγελιέμαι να μη βλέπω

να χάσκουν τόσο αδειανά
λεηλατημένα
αυτά τα θησαυροφυλάκια όσων είδαν

και τι δεν είδανε τα μάτια μας.


ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ
Από την ποιητική συλλογή της «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως»

24/2/10

Αστικόν το-πύον



Ανάμεσα στους πιο κακοφωτισμένους δρόμους της πόλης μου υπάρχουν κατι στενά σοκάκια, σκοτεινά και βρώμικα και πάντοτε βρεγμένα.

Κάποτε, λένε, κάποιοι ίσως ζούσαν εκει μέσα.

Τώρα πια – αν τα βρεις – ακούς μόνο ψιθύρους, μοιάζουν με το θόρυβο που κάνει το τσιγάρο σου όταν ανάβει ή μια ηλεκτρική λάμπα που ετοιμάζεται να ξεψυχήσει.

Σαν αυτή που βρίσκεται απέναντι από το σπίτι μου.

Ακούω το βιολί από το διπλανό διαμέρισμα. Ένας τοίχος μας χωρίζει μονάχα.

Οι τοίχοι ποτέ δεν τα κατάφερναν με τις νότες.

Ούτε ο διπλανός.

Ψιχαλίζει απόψε, κάποιος ετοιμάζει μια βαλίτσα, κάποιος άλλος μια ληστεία.

Ο ένας ανυπομονεί να φύγει, ο άλλος να ληστέψει το σπίτι του.

Το ταβάνι στάζει, η ταπετσαρία είναι σχισμένη σε εκατό σημεία.

Το βιβλίο που διαβάζω δεν έχει την τελευταία σελίδα. Ούτε και την πρώτη. Ίσως τελικά να ήταν η ίδια.

Το ποτήρι μου είναι πάλι στεγνό. Το στόμα μου το ίδιο και το φως της λάμπας κίτρινο.

Εκείνη κοιτάζει το ταβάνι, ήσυχη. Εκείνος νομίζει ότι της κάνει έρωτα.

Το κρεβάτι συγκρατιέται να μην τρίξει και ξυπνήσει το πεθαμένο πάθος.

Θέλω να το σπάσω το γαμημένο το κρεβάτι σου.

Θέλω να βγω έξω και να τα σπάσω όλα.

Κάποιες βιτρίνες μας κοιτάζουν σοβαρές. Κάποιες άλλες κάνουν εκπτώσεις.

Μικρός ήθελα να γίνω σκουπιδιάρης. Να πηγαίνω βόλτα μες στη νύχτα κρεμασμένος πίσω από τη σκουπιδιάρα. Και να νιώθω τις ψιχάλες στο πρόσωπο μου.

Οι τηλεοράσεις δείχνουν τα ίδια παγωμένα χαμόγελα . Οι κανάπεδες τις φλερτάρουν με ουίσκια και μπύρες. Το σπίτι είναι κρύο, όλη η πολυκατοικία είναι κρύα και στην κορυφή της οι κεραίες προσπαθούν να φτάσουν τα σύννεφα.

Μια οικογένεια ετοιμάζεται να γευματίσει. Το πεζοδρόμιο έχει φτάσει μέχρι την τραπεζαρία τους.

Και τα λεωφορεία πιτσιλάνε το καλαθάκι με το ψωμί.

Τα παιδιά κυνηγάνε τον κουτσό στην πλατεία.

Του πετάνε μολότωφ και κέρματα.

Οι παπάδες γελάνε, οι περιπτεράδες μαζεύουν τα κέρματα. Μπορεί και ανάποδα.

Στο ίδιο πάντα μπαρ, μεθυσμένος, αγκαλιά με τον υπόνομο, ξερνάει και το αλκοολ φτάνει βαθιά μέσα στη μήτρα της πόλης. Εκείνη όμως δεν πρόκειται να μεθύσει ποτέ. Έτσι δεν είναι;

Η φωνή του γδέρνει το λαιμό του. Η ηχώ των υπονόμων γδέρνει το μυαλό του. Και κάπου παραδίπλα, μέσα στα σκοτεινά σοκάκια, νομίζεις πως ακούς ψιθύρους.

Όμως δεν υπάρχει τίποτα για να ακούσεις.

Οι πόλεις μας έγιναν σιωπηλά φρούρια. Και μεις σιωπηλοί φρουροί τους.

Ψιχαλίζει απόψε, η πόλη βιάζεται να κοιμηθεί...


Ο ιππότης του Πύργου

6/2/10

Εγώ κοιτάζω γύρω μου και βλέπω μπερδεμένα



Εγώ κοιτάζω γύρω μου και βλέπω μπερδεμένα, αμφίθυμα, μονίμως σαστισμένα πρόσωπα. Και αιτία δεν αποτελεί (μονάχα) η οικονομική κρίση…

Βλέπω παντρεμένα ζευγάρια να περιφέρουν την πλήξη τους σε οικογενειακές και κοινωνικές υποχρεώσεις και να το ομολογούν –αν λίγο τους τσιγκλήσεις- ότι έχουν συνειδητά θυσιάσει τους χυμούς του κρεββατιού στη θαλπωρή της μονιμότητας ή ακόμα κι ότι οι δόσεις του στεγαστικού δανείου δεν τους επιτρέπουν να χωρίσουν…
Βλέπω «ελεύθερους» τριαντασαραντάρηδες να βρίσκονται σε μια ακατάπαυστη, αγχωμένη κινητικότητα: να αλλάζουν αγκαλιά κάθε τρεις μήνες ή κάθε δυό εβδομάδες, έχοντας προ πολλού λησμονήσει τι –στο περίπου έστω- ψάχνουν στον άλλον…

Βλέπω αγόρια και κορίτσια σαν τα κρύα τα νερά να θεοποιούν τον σκύλο τους, τον ψυχαναλυτή τους ή έναν προ πολλού χαμένο έρωτα… Βλέπω γυναικοπαρέες να διυλίζουν τους αρσενικούς κώνωπες, άντρες που είτε βαριούνται είτε διστάζουν να φλερτάρουν, ανθρώπους που έχουν εξιδανικεύσει τη μοναξιά τους, βαφτίζοντας την ανεξαρτησία… Υποψιάζομαι με στοιχεία ότι στη σημερινή Ελλάδα οι ομοφυλόφιλοι κάνουν πολλαπλάσιο σεξ από τους ετεροφυλόφιλους. Υπέροχο για τους μεν, θλιβερό για τους δε.

Ως στερνοπαίδι λόγω ηλικίας της σεξουαλικής επανάστασης του ’60, πιστεύω ακράδαντα πως δεν υπάρχει πιο ευθύς δρόμος προς την ευτυχία από «μία παλάμη σε ένα στήθος, ένα κουμπί που ξεκουμπώνεται, ένα βυζί που αποκαλύπτεται, ενώ ο τοξότης με τα βέλη λάμπει ψηλά στον ουρανό, άνευ ορίων, άνευ όρων…» όπως το θέτει ο Ανδρέας Εμπειρίκος.

Δέχομαι ότι μας έλαχε μια εποχή αβεβαιότητας: οι ρόλοι και οι σχέσεις των φύλων έχουν αποδομηθεί, η παραδοσιακή οικογένεια έχει αποσυντεθεί, οι παντός είδους ανασφάλειες έχουν θεριέψει. Μα δεν ανέχομαι να περάσουμε τη μισή μας ζωή σαν κάτι μημουάπτου παραθεριστές που ολοένα βρέχουν το πόδι τους στη θάλασσα και ολοένα αναβάλλουν τη βουτιά.

Με κινητήρια δύναμη την κάβλα και πυξίδα την αγάπη, ας αναλάβουμε επιτέλους τα ρίσκα μας. Όλα τα ενδεχόμενα ανοίγονται πάντα μπροστά μας, ακόμα και το τραγικότερο. Ας μην ξεχνάμε ωστόσο ότι ο Φοίνικας (και ας τον καπηλεύτηκε η χούντα) ήταν και παραμένει το θρυλικό πουλί, το οποίο αναγεννάται πάντοτε από τις ίδιες του τις στάχτες.

-Δηλαδή όλοι εμείς.-

24/1/10

ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ

Γυμνό Σώμα

Είπε:
ψηφίζω το γαλάζιο.
Εγώ το κόκκινο.
Κι εγώ.
Το σώμα σου ωραίο
Το σώμα σου απέραντο.
Χάθηκα στο απέραντο.
Διαστολή της νύχτας.
Διαστολή του σώματος.
Συστολή της ψυχής.
Όσο απομακρύνεσαι
Σε πλησιάζω.
Ένα άστρο
έκαψε το σπίτι μου.
Οι νύχτες με στενεύουν
στην απουσία σου.
Σε αναπνέω.
Η γλώσσα μου στο στόμα σου
η γλώσσα σου στο στόμα μου-
σκοτεινό δάσος.
Οι ξυλοκόποι χάθηκαν
και τα πουλιά.
Όπου βρίσκεσαι
υπάρχω.
Τα χείλη μου
περιτρέχουν τ’ αφτί σου.
Τόσο μικρό και τρυφερό
πως χωράει
όλη τη μουσική;
Ηδονή-
πέρα απ’ τη γέννηση,
πέρα απ’ το θάνατο.
Τελικό κι αιώνιο
παρόν.
Αγγίζω τα δάχτυλα
των ποδιών σου.
Τι αναρίθμητος ο κόσμος.
Μέσα σε λίγες νύχτες
πως πλάθεται και καταρρέει
όλος ο κόσμος;
Η γλώσσα εγγίζει
βαθύτερα απ’ τα δάχτυλα.
Ενώνεται.
Τώρα
με τη δική σου αναπνοή
ρυθμίζεται το βήμα μου
κι ο σφυγμός μου.
Δυό μήνες που δε σμίξαμε.
Ένας αιώνας
κι εννιά δευτερόλεπτα.
Τι να τα κάνω τ’ άστρα
αφού λείπεις;
Με το κόκκινο του αίματος
είμαι.
Είμαι για σένα.

Αθήνα 24.9.80
Γ.Ριτσος

Το σώμα -λέει-
στη γενική: του σώματος
και γενικά το σώμα
άλλη λέξη πυκνότερη δεν έχω
παίρνω τη νάϋλον σακούλα
μπαίνω στα λαϊκά εστιατόρια
μαζεύω ψαροκόκαλα
για τις άγριες γάτες της γειτονιάς
στα διαλείματα -λέει-
κουβεντιάζω με τους μουσικούς
στα σκοτεινά παρασκήνια-
τι απέραντη απόσταση διανύω
απ’ το σώμα σου
έως το σώμα σου.

Αθήνα 19.11.80Γ.Ριτσος

11/1/10

Δήμιος Γυναικών



(αποσπάσματα)
...

"Το κρεβάτι είναι το μόνο μέρος που βασιλεύει μια δίκαιη ανισότητα" σκέφτηκεν ο Όσκαρ, που 'χεν εφεύρει αυτό τον ορισμό...
...Κάτω από τα ρούχα της μαντάμ Ντε Μπρεό, ανακάλυψε ένα μακρύ ηλιοψημένο κορμί χωρίς εσώρρουχα, δυο μεγάλα κι απαλά στήθια, ένα ψηλό κι απαλό πισινό, μιαν απαλή κοιλιά. Όλα της ήταν απαλά. Η απαλή επιδερμίδα άρεσε στον Όσκαρ, τον ερέθιζε. Το μόνο πράμα που δεν του άρεσε, ήτανε στο τέλος της πράξης, λίγο πριν τον οργασμό. Εκείνη κουλουριάστηκε και τον εμπόδισε να τελειώσει κι αυτός. Χωρίς να λογαριάσουμε πως ακριβώς τη στιγμή του οργασμού της, έχυνε πολύ σα να ουρούσε, προκαλώντας φαγούρα σ' όλο τ' όργανό του, όταν το τράβηξε από μέσα της.
Τώρα βρίσκονταν ξαπλωμένοι ανάσκελα και κείνη του χάιδευε μ' ευγνωμοσύνη τα μαλλιά, ενώ κείνος εξερευνούσε με περιέργεια την είσοδο του ηβαίου της, που το κρατούσε ολάνοιχτο με τα δάχτυλά του. Η Ζενεβιέβ ρώτησε:

-"Κι εσύ; Δε τελειώνεις ποτέ";

-"Μου χρειάζεται πιο πολλή ώρα", απάντησεν αυτός, χαϊδεύοντας τον περίγυρο του γεννητικού της οργάνου.

Η σχεδιάστρια μόδας είχε φουσκωτή κλειτορίδα κι έναν κόλπο με απλή κατασκευή, σχεδόν χονδροειδή. Ο Όσκαρ είχε φτάσει στο συμπέρασμα πως αυτό το σημείο του γυναικείου σώματος ήθελεν ιδιαίτερη μεταχείριση, ότι δε πρέπει να το γλύφει κανείς άγρια, ούτε να μπαίνει μέσα χωρίς να το 'χει προετοιμάσει και μελετήσει σε βάθος. Ο κόλπος ήταν ιδιαίτερο πλάσμα, που αγαπούσε τα χάδια και τα παιγνίδια, όπως τα μικρά παιδιά τις καραμέλες και τις σοκολάτες. Πλησίαζε λοιπόν πάντα μ' αυτό το πνεύμα κι όχι σα να πήγαινε ν' ανοίξει τρύπα στον τοίχο, πράμα που τον έκανε να ξεχωρίζει από τους περισσότερους άντρες. Ακόμα κι η Νατάσα του αναγνώριζεν ειλικρινά, πως αφιέρωνε στο Μουνάκι της μιαν εντελώς ιδιαίτερη λατρεία.

-"Αχ τί ωραία!" αναστέναξε από τα βάθη της καρδιάς της η μαντάμ Ντε Μπρεό. "Τί ωραία! Νομίζω πως ονειρεύομαι..."

Κρίνοντας από τους αλλεπάλληλους σπασμούς που συνόδευαν τον οργασμό της Ζενεβιέβ, ο Όσκαρ συμπέρανε πως είχε πολύ καιρό να σμίξει μ' άντρα και συνέχισε να περιφέρει το δάχτυλό του πάνω στο όρος της Αφροδίτης, αλλά κι άλλους ιερούς τόπους, σκεπασμένους με το σκούρο τρίχωμα που 'ζωνε το μουνί της. Περιέργως τα μαλλιά της ήτανε κοκκινωπά, λεπτομέρεια που 'φερνε κάποια σχετική παραφωνία στη κατά τ' άλλα πολύ σικ εμφάνιση της σχεδιάστριας.

-"Αχ..." εξακολούθησε να στενάζει εκστατικά, "τί ωραία! Αχ..."



Θέλοντας φαίνεται να ευχαριστήσει τον Όσκαρ για την ηδονή που της είχε προκαλέσει, ανασηκώθηκε κι έστριψε το κεφάλι της κατά τ' όργανό του. Την άφησε να διπλωθεί στα δυο, να σουρθεί πάνω στα ξεθωριασμένα σεντόνια του και φτάνοντας στο ύψος των ποδιών του, να εξαφανίσει το αντικείμενο του πόθου της μες στο μεγάλο κι απαλό της στόμα. Δε θεώρησε καλό να την απογοητεύσει, λέγοντάς της πως αν κι ένιωθε σχετικήν απόλαυση μ' αυτό το είδος σεξουαλικής πράξης, σπάνια έφτανε στον οργασμό. Αυτός ο τρόπος του έρωτα στερούσε από τον Όσκαρ τη δυνατότητα να υποτάξει τη γυναίκα στη θέλησή και στον έλεγχό του. Η συνήθεια που 'χε να κάθεται ξαφνικά πάνω στο στήθος των κοριτσιών και να τους χώνει τ' όργανό του στο στόμα τους, ήτανε πιο πολύ επίδειξη δύναμης παρά απόλαυση. Ο σκοπός αυτής της παράστασης ήταν η συντριβή κάθε αντίστασης κι η παραδοχή από το κορίτσι πως δεν ήτανε τίποτ' άλλο παρά εν απλό αντικείμενο. Αν όμως καθόταν ήσυχα σα φρόνιμο παιδί κι άφηνε το πιο ευαίσθητο σημείο του σώματός του στις καλές φροντίδες της ερωτικής συντρόφου του, η κατάσταση άλλαζε. Αν μάλιστα η γυναίκα ήταν άπειρη, έχανε ακόμα και τη στύση του. Η απόλαυση του Όσκαρ άρχιζε με τον αγώνα ενάντια στην αντίπαλο, με τη νίκη που κέρδιζε χώνοντας τ' όπλο του στο κορμί της.



Η Ζενεβιέβ έκανε ό,τι μπορούσε. Έγλυφε ευσυνείδητα, από τη βάλανο ως τη ρίζα, αλλά χωρίς να το θέλει, πέρασε από το γλύψιμο στο ρούφηγμα. Ρούφαγε όλο και πιο βαθιά, έτσι που άρχισε να πνίγεται. Μισοπνιγμένη, τράβηξε τ' όργανο του Όσκαρ από το λαρύγγι της για να πάρει ανάσα κι εκείνος τη σταμάτησε τρυφερά.

-"Φτάνει Τζη, δε μου αρέσει και τόσο αυτός ο τρόπος..."

-"Στους περισσότερους άντρες αρέσει", απάντησε κείνη, παραμερίζοντας τα μαλλιά που της έπεφταν στο πρόσωπο και γλύφοντας τις άκρες των χειλιών της. "Εξάλλου μυρίζει όμορφα κι αφήνει μια γλυκειά γεύση στο στόμα".

-"Δεν είμαι σα τους περισσότερους άντρες Ζενεβιέβ, είμαι από τους σπάνιους".

-"Τί είναι αυτά κει στον τοίχο;" ρώτησε ξαφνικά η γυναίκα, δείχνοντας τη λαιμαριά με τα μεταλλικά καρφιά και το μαύρο μαστίγιο με τις εφτά λουρίδες, που κρεμόντανε πάνω από τη τουαλέτα.

Απ' όλο το σχετικόν εξοπλισμό, ο Όσκαρ είχε κρεμάσει μόνον αυτά τα δυο μη θέλοντας να τρομάξει τις καμαριέρες που, έστω κι αραιά, μπαίνανε πάντως για να συγυρίσουνε το δωμάτιο.

-"Έίναι S & M", εξήγησεν ο Όσκαρ, με ψεύτικην αδιαφορία. Η Ζενεβιέβ χαμογέλασε με κάποιαν έκπληξη, ξανακοίταξε τη λαιμαριά και το μαστίγιο και παίρνοντας από το κομοδίνο το ποτήρι με το ουίσκι, κατέβασε μια γερή γουλιά. Ύστερα ρώτησε:

-"Είσαι... σαδο-μαζόχας";

-"Α... αυτό δε το ξέρω", απάντησε κείνος, "κατά κάποιο τρόπο, ναι. Δοκιμάζω διάφορους τρόπους για ν' αυξήσω την ηδονή. Αθώα πράματα χωρίς δυσάρεστες συνέπειες".

-"Πρέπει να φύγω".

Ανασηκώθηκε και φίλησε τον Όσκαρ, που αναγνώρισε στο στόμα της τη μυρωδιά του πέους του. Οι ρυτίδες της ακουμπήσανε στο πρόσωπό του και σκέφτηκε πως θα τα 'χε περασμένα τα πενήντα, μιας κι οι χαρακιές στο πρόσωπό της ήτανε βαθιές και δείχναν ακόμα πιότερο, όταν το πρόσωπο ήταν ηλιοψημένο.

...

Toυ Limonov Eduard

1/1/10

Καλη Χρονια !


Σμαραγδότιμοι σοδομιστές
Όλα τους τα βίτσια ακατάληπτα
Κανείς δεν τους αναγνωρίζει
Κανείς δεν αναγνωρίζει το σαδιστικό τους βλέμμα
Ντύνουνε τις γυναίκες τους
με πρόστυχα πουτανιάρικα κιλοτάκια.
Οι φαντασιώσεις τους
δεν είναι καθόλου ισχνές.
Κάποιες φορές τίποτα δεν είναι τσάμπα
Όλα πληρώνονται
Μια πίπα , διπλό γαμήσι , μαστίγωμα
300 ευρώ την ώρα.
Ντύσε με
στόλισέ με σαν ξεκολιάρα και πάρε με...
Δεν αποδεσμεύομαι
από τις υποχρεώσεις της ερωμένης σου.
Η ονειρεμένη σου μοιάζει με άγρια γιογκίνι
που ψιθυρίζει
ταντρικές μάντρες
με συνοδία τυμπάνων
και ωδές μοναχών.
Η αγρία γιογκίνι που ψάχνεις
είναι τη μια στιγμή ζωντανή
την άλλη πεθαμένη
Ήτανε φωτεινή , εκθαμπωτική ,
γεμάτη ζουμιά στα μπούτια της ,
τα μάτια της αναποδογυρισμένα
από την ηδονή που της πρόσφερες ,
το κορμί της κόκκινο , ερεθισμένο ,
σημαδεμένο.
Ήτανε υποχρεωμένη να είναι υπάκουη ,
πρόθυμη και υπάκουη.
Έσβησε , στέγνωσε , στέρεψε ,
μιζέριασε μέσα στο υπέροχο ονειρό σου.
Ρυτίδιασαν οι απολαύσεις της
Οι απολαύσεις της ρυτίδιασαν.
Η γυμνή ωμότητα του ενστίκτου.
Μια αγριεμένη νύμφη των υποχθόνιων νυκτελίων.
Όλοι μεθυσμένοι , εκστασιασμένοι ,
μανιασμένοι με λύσσα
από τα ψυχεδελικά ποτά
της γιορτής του ενστίκτου.
Γιορτάζει η καλοσύνη απόψε
Γιορτάζει ο έρωτας
Γιορτάζει η αγάπη
Γιορτάζει ο αυθορμητισμός
Γιορτάζουν τα βαθιά ένστικτά μας απόψε
Γιορτάζει ο πόθος , η κάβλα , η τρέλα
Γιορτάζουν οι αφροί
που ξεχυλίζουν απ’ όλο μου το κορμί
Γιορτάζουν οι αφρισμένες μου επιθυμίες
γεμάτες κάβλα.
Γιορτάζουν τα βαθιά ένστικτά μας απόψε
Γιορτάζει η λύσσα μας για ελευθερία
Όλοι χορεύουν στο ρυθμό της μέθης τους
Φιλιούται , αγγίζονται , χαιδεύονται .
Στη μέση είναι ο βώμος τους
Ο καθένας εχει στάξει μια σταγόνα αίμα
Έχουν θυσιάσει ένα θέλω τους
Όλοι μαζί ολόγυμνοι
Ο ένας γλύφει τον άλλον
Αχ, πόσο θέλω να σφίξω τα στήθη σου
Να πιπιλίσω τις ρόγες σου
Να πιάσω μέσα στη χούφτα μου το μουνί σου
Σήμερα γιορτάζουν τα βαθιά ένστικτά μας.

Έγραψε η ΣΙΣΣΥ ΔΟΥΤΣΙΟΥ

24/12/09

ΤΑΣ ΗΔΟΝΑΣ ΘΗΡΕΥΕ



Ξαπλωμένη στο κρεβάτι, εμπύρετη θυμάμαι τη γιαγιά μου να μπαίνει στο δωμάτιο για να ελέγξει το θερμόμετρο το οποίο ένας θεός ξέρει που είχε καταλήξει ανάμεσα στα σκεπάσματα από την ώρα που παραδόθηκα στις αγαπημένες θωπείες του σώματος.
Ασυνείδητα κάθε φορά που ξάπλωνα άρχιζα τα χάδια. Αυτή τη φορά ο καυτός πυρετός δημιουργούσε μια επί πλέον μέθη κι έτσι όταν μπήκε η γιαγιά με είδε να κινούμαι με ένταση πάνω στο κρεβάτι και να ανασαίνω βαριά.

Μάλλον τρόμαξε, μπορεί να σκέφτηκε ότι ήταν μία περίεργη εκδήλωση της ασθένειας, πάντως όπως κάνουμε συνήθως όταν κάτι μας τρομάζει, έβαλε τις φωνές με ξεσκέπασε και άρχισε να ψάχνει με μανία το θερμόμετρο. Ήταν η πρώτη φορά που μία τέτοια αντάρα ήρθε να διακόψει την ηδονή της παιδικής ηλικίας, το πρώτο ασυνείδητο παιχνίδι των χαδιών. Και σαν να μην έφτανε αυτό η γιαγιά αφού δεν έβρισκε ακόμη το θερμόμετρο αυθόρμητα δαιμονοποίησε την πράξη και μέσα στην αγωνία της περιέγραψε μία ενδεχόμενη τιμωρία που υπήρξε απόλυτα καθοριστική για την μετέπειτα σχέση μου με τα τα χάδια.

«Τι έκανες εκεί; Τι κάνεις εκεί;» ούρλιαξε γιατί εγώ δεν έβγαζα το χέρι ανάμεσα από τα πόδια μου.

«Πιπάκι!» ομολόγησα περήφανα αφού ήταν το αγαπημένο μου παιχνίδι και κανείς δεν του είχε δώσει όνομα.

«Πιπάκι!» ξαναείπα χαμογελαστά και μου φυγε μια μεγάλη ανάσα ανακούφισης.

«Τι είναι αυτό;» ούρλιαξε η γιαγιά -άγνωστη λέξη για παιδικό παιχνίδι-

«Και που είναι το θερμόμετρο;»

Η αλήθεια είναι ότι είχα ξεχάσει το θερμόμετρο και τώρα που άρχισα να συνέρχομαι από την έκσταση θυμήθηκα ότι μου είχε βάλει θερμόμετρο μόλις 5 λεπτά πριν και άρχισα να το ψάχνω μαζί της. Αλλά το θερμόμετρο πουθενά. Άρχισε λοιπόν η αφήγηση της γιαγιάς ανάμεσα στις έντονες κινήσεις που ανακάτευε τα σεντόνια μου περιεγραψε με επιστημονική ακρίβεια ότι το θερμόμετρο έχει μέσα ένα υγρό που το λένε υδράργυρο και είναι κόκκινο και αν σπάσει αυτό το υγρό θα απλωθεί πάνω στο σώμα μου και θα με κάψει!

Όταν επιτέλους βρέθηκε το θερμόμετρο το κοίταξα με φόβο και άρχισα να φαντάζομαι με τρόμο τις υπερφυσικές του ικανότητες. Εκεί αμέσως πήρα μια πολύ σημαντική απόφαση. Ποτέ ξανά χάδια στο κρεβάτι ξαπλωμένη. Δεν ξέρεις ποτέ αν ένας μεγάλος εκεί που κοιμάσαι σου έχει βάλει θερμόμετρο και τι μπορεί να συμβεί αν σπάσει. Οπότε από εδώ και μπρος χάδια όρθια!. Δεν υπήρχε περίπτωση να σκεφτώ να σταματήσω τα χάδια απλά να αποφύγω το θερμόμετρο ήθελα.



Της Λουκίας Ρικάκη

13/12/09

Βράδυα ποίησης

Βαρετή χειμωνιάτικη βραδυά.

Βαρετή χειμωνιάτικη Κυριακή.

Βαρετά τηλεοπτικά προγράμματα.

Βράδυα για ποίηση.



Οι «Μονόλογοι του Αντωνάκη», τα αθυρόστομα στιχουργήματα που εγραψε περί το 1934 ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κεντρικός ήρωας και στόχος της σάτιρας είναι ο Αντωνάκης, ανώτατος δικαστικός τον οποίο αντιπαθούσε σφόδρα ο ποιητής.

Προηγείται επιστολή την οποία υποτίθεται ότι υπογράφει ο Αντωνάκης, ως Αντωνία Α.Π., αδελφή, και με την οποία υποτίθεται ότι ζητάει από τον πρόεδρο των Εισαγγελέων να ασκήσει δίωξη κατά του Λαπαθιώτη για τα στιχουργήματα αυτά. Στην επιστολή, ο Λαπαθιώτης κάνει επίτηδες συνεχή ορθογραφικά και συντακτικά λάθη και σολοικισμούς που υποτίθεται ότι διαπράττει ο Αντωνάκης.



Αίτησις

Αντωνίας Α. Π…,

κατοίκου Αθηναίων, αδελφής,

προς τον

Κον Πρόεδρον των Εισαγγελών.

Ενθάδε.

Κύριε Πρόεδρε,

Πρώτον έρχομαι ίνα ερωτήσω διά την καλήν σας υγείαν, τούθ’ όπερ επιθυμώ και δι’ υμάς – και δεύτερον επανέρχομαι ή να εξαιτήσω υπό της υμετέρας Προεδρίας, ίνα τεθή τερμάτισις της ανωμάλου καταστάσεως, παρά του Ναπολέοντος Λ. Λαπαθιώτου, κατοίκου Αθηναίων, το οποίον μοι εξαποστέλλει συνεχώς σατυρικάς επιστολιμιαίας εξυβρίσεις, θίγοντας συστηματωδώς την ευϋπόληπτην και άσπιλην υπόληψίν μου, ανεβάζοντας ερύθημα επί του παρθενώδους μετώπου μου, και κατασυγχύζοντας εμένα, μέχρι σοβαράς διακλονίσεως της ημετέρας υγείας και καρδίας!

Αχ καλέ, κύριε Πρόεδρε, τι έπταιξα η αναξιοπεπαθημένη εγώ, η κεκαβαλλημένη και αδιαλλειπόντως καβαλλούμενη παρ’ ατόμων πάσης φύσεως και μεγέθους πάντων των εργασιών και πασών των επαγγελματιών – ήγουν ναυτών, θερμαστών, διοπών, υποκελευστών και κελευστών – φαντάρων, πυροβολητών, ιππέων, σκαμπανέων, πυροσβέστηδων, υποδεκανέων, δεκανέων, λοχίων, επιλοχιών, ανθυπασπιστών, σαλπιχτών, χωροφυλάκων, αστυφυλάκων και τα τοιούτα – καφεπολών, ζυθοπολών, ουζοπολών, ανθοπωλών, κρεοπωλών, εδωδιμοπωλών, παντοπωλών, ψητοπωλών, οπωροπωλών, λαχανοπωροπωλών, φυστικοπωλών, γαλακτοπωλών, ανθρακοπωλών, αρτοπωλών, καπνοπωλών, εφημεριδοπωλών, θαλαμηπόλων και όλους τους εις –πώλων, από τον ένα εις τον άλλον πόλον – σωφέρηδων, σουστιέρηδων, καροτσέρηδων, καμαριέρηδων, λαντζέρηδων, σαντουριέρηδων, μπαρμπερηδων – υποδηματιοκαθαριστών, εφαρμοστών, καπνοκαθαριστών, οδοκαθαριστών, οψοκομιστών και φοιτητών – εμπόρων, τορναδόρων, σερβιτόρων, Αθηνώς, Πειραιώς και περιχώρων, και των βοηθών αυτών – υδραυλικών, μηχανουργών, επιπλοποιών, καρεκλοποιών, αρτοποιών, σαματοποιών, σαμαροποιών, ηθοποιών, με καλόν ή κακόν ποιόν – καφετζήδων, γανοτζήδων, χαλβατζήδων, φορατζήδων, φαναρτζήδων, σαλεπιτζήδων, στραγαλατζήδων, ψιλικατζήδων, και όλους όσους ήκουσον ή είδον – καστανάδων, γαλατάδων, βουτυράδων, ψαράδων, ψωλαράδων και, εν γένει, λογής λογής κωλομπαράδων, μετά παράδων ή χωρίς παράδων, από Φαλήρου, Παλαιού και Νέου, μέχρι Κοκκινιάς και Ποδαράδων – εγώ, επαναλαμβάνω, η “λαϊκιά” των φρονημάτων, η Κ…, εκ των γαλαζοαιμάτων, η εσπουδασμένη, επί σειράς ετών, ανά τας Εσπερίας, την ελβετικήν, την αγγλικήν, την γερμανικήν, την ιταλικήν, και την γαλλικήν την γαμικήν, επιβλητική και χονδροειδής της εμφανίσεως, μαγγουροφέρουσα εκ κερασέας, γλύπτουσα τας άκρας των πέων απαξαπάντων των περί οις ο λόγος – τι έπταιξα, επαναλαβαίνω, ίνα εξαιτώ της υμετέρας παρεμβάσεως, προς λήξιν σοβαρωτάτων μέτρων, εξεναντίας του προλαλήσαντος, προς τερμάτισιν των καθαπτουσών της ως είρηται αμόλευτης τιμής μου σατύρων!

Ευελπιστεύουσα των άνευ αναβολιών, κατεπειγόντων υμετέρων ενεργειών, περί της άρσεως της τοιούτης κακοηθείας, υπογραφίζομαι, mon cher, μετ’ υπολήψεως,


Αντωνία Α. Π…

κάτοικος Αθηναίων, αδελφή.


Εν Αθήναι, την 24 Μαρτίου, 1934

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ: Η ορθογραφία του κειμένου διωρθώθη, ίνα καταστή δυνατή η ανάγνωσις αυτού. Κατά τα λοιπά, διετηρήθη ως έχει.



Η εξομολόγηση του Αντωνάκη

«Χρόνια, τώρα, και χρονάκια γύριζα στους ξένους τόπους

μελετώντας, νύχτα μέρα, τις ψωλές και τους ανθρώπους,

αλλά μήτε στο Μαρόκο, μήτε και στη Χονολούλου,

δεν απάντησα, ποτέ μου, ψωλή σαν του Θρασυβούλου!

Τ’ είν’ εκείνη, βρε παιδί μου! Κόκκινη σα μπολσεβίκος,

πάντα ντούρα και βαρβάτη – και τι πάχος και τι μήκος!...

Για ψωλή καθώς εκείνη, κι όπως και του Αποστόλη,

είν’ ανάγκη να υπάρχουν ειδικοί, επίσης, κώλοι:

Ένας δε εκ των μεγίστων κώλων του παρόντος κόσμου,

άσσος μεταξύ των άσσων – είναι, πάντως, κι ο δικός μου!...»

Πριν από το ποίημα, ο Λαπαθιώτης ο ποιητής

σημειώνει τον παραλήπτη ως εξής:

Κύριον

Αντωνάκην Π………….,

τον Λαχαναγοραίον!-



Μετά το καβαλίκεμα…

[α] Οι εντυπώσεις της Αντώνας:

Καύλα κι όρεξη πολλή,

ανεκτίμητος αγκάλη,

- μικρή μόνον η ψωλή:

Να την είχε πιο μεγάλη!...

[β] Οι εντυπώσεις του Γαμιά της:

Καλά όλα της νυκτός,

με παραφοράς ηδείας,

- πλην ο κώλος ανοικτός,

μέχρι φρίκης κι αηδίας…

2. 4. 1934.



H “ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ” ΤΗΣ ΑΝΤΩΝΑΣ!...

Η Αντώνα, μ’ ένα μούργο,

που την έχει καβαλήσει,

- τύπο φαύλο και πανούργο,

τα βρακιά της έχει λύσει,

κι όπως είναι, σαν το κτήνος,

τουρλωμένη στο ντιβάνι,

του μιλεί, ενώ εκείνος

προσπαθεί να της τη βάνει:

«Μη φοβάσαι! Βάν’ την όλη,

βάν’ την, δεν θα με ματώσει!

Σαν και το δικό μου κώλοι,

παίρνουν τόση κι άλλη τόση!...

Πιάσε λίγο το βυζί μου!

Τώρα, τρίψε μου τη ρώγα…

Θα το δεις όπου μαζί μου,

θα καείς από τη φλόγα!...

Φως μου, συ, παράδεισέ μου,

τ’ ουρανού σταλμένος είσαι;!...

Δεν αντέχω πια, χρυσέ μου!

Να, θα χύσω!… Χύνω!… Χύσε!...»

Κι η Αντώνα λιγωμένη,

με τον κώλο της χορτάτο,

δίνει μια και πέφτει κάτω

και ξερή για λίγο μένει!...

5.4.1934